Στις μέρες μας, κυριαρχεί συσσωρευμένη οργή και απογοήτευση από το πολιτικό μας σύστημα, η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι δικαιολογημένη. Μέσα σε αυτό το, κατά τα άλλα δικαιολογημένο, κλίμα έχει εισχωρήσει μία επικίνδυνη τάση μηδενισμού και εξίσωσης των πάντων, με μια απλοϊκή ισοπέδωση, που δεν μπορεί να αιτιολογήσει τα πάντα.
Η λειτουργία του κομματικού συστήματος, που ουσιαστικά ξεκίνησε μετά τον θάνατο του Μακαρίου, εξαντλήθηκε ουσιαστικά, στην εφαρμογή πολιτικών διαχείρισης ενός συστήματος, που ολοένα γινόταν και πιο απαρχαιωμένο, προβληματικό και σταδιακά απομακρυσμένο, από τις ανάγκες και τις συνθήκες της κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και μια «αριστερή» διακυβέρνηση ακολούθησε την πεπατημένη, χωρίς να τολμήσει αλλαγές, σε ένα σύστημα που έπνεε ήδη τα λοίσθια, με στόχο την «εξυπηρέτηση» αντί την εξέλιξη.
Η διαχρονικά πελατειακή σχέση των κομμάτων με τους πολίτες, απλά άλλαζε μορφή και εκφάνσεις. Από τους διορισμούς ημετέρων στο Δημόσιο, μέχρι την προνομιακή πληροφόρηση, κ.τ.λ. καταλήγοντας στη θλιβερή κατάσταση των τελευταίων ετών, όπου τα αυτονόητα δικαιώματα των πολιτών, περνούν μέσα από αναγκαίες παρεμβάσεις πολιτικών. Είναι ανήκουστο να χρειάζεται παρέμβαση πολιτικού προσώπου, για άμεση και αποτελεσματική πρόσβαση σε ένα σύστημα υγείας που κτίστηκε με συνεισφορές και κόπους των ίδιων των πολιτών. Η πρόσβαση στη δημόσια υγεία είναι δικαίωμα των πολιτών και όχι έδαφος για ανάπτυξη της ανορθόδοξης λογικής του «πάρε – δώσε».
Η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης ή και το αίσθημα αδίκου, που κατακλύζει τους πολίτες, η διαφθορά και η διαπλοκή, οδηγούν σε έντονη καχυποψία της κοινωνίας απέναντι στους θεσμούς, καταλήγοντας σε μια ολοκληρωτική οργίλη απαξίωση και ισοπέδωση. Τα παραδείγματα αμέτρητα, αλλά το ζητούμενο είναι το πώς αλλάζει η σημερινή κατάσταση. Τα ανέξοδα μνημόσυνα και η μεμψιμοιρία είναι εύκολα και διατηρούν την κατάσταση σε στασιμότητα, όμως η ουσιαστική αλλαγή είναι το μεγάλο στοίχημα.
Η σημαντικότερη προϋπόθεση για να μπορέσει να λειτουργήσει το σύστημα, για να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας, είναι να γίνουν θεσμικές αλλαγές, συνταγματικές, νομοθετικές κ.α. Το «άβατο» του Συντάγματος του 1960, δεν μπορεί να αποτελεί αιώνια τροχοπέδη για τον εκσυγχρονισμό ενός κράτους, ο οποίος θα ωφελήσει το σύνολο των πολιτών του. Η λειτουργία του νομοθετικού σώματος θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί, ώστε να αποτελέσει ένα χώρο πρωτοβουλιών και αλλαγής, όχι πεδίο συντήρησης, λαϊκισμού και εντυπώσεων. Η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία της νομοθετικής εξουσίας είναι βασική προϋπόθεση για το κτίσιμο ενός κράτους, που να μπορεί να εξυπηρετήσει τους πολίτες ως κοινωνία, όχι ως μονάδα.
Αναμφίβολα, υπάρχουν τεράστιες ευθύνες και στην ίδια την κοινωνία, γιατί πολλές φορές οι επιλογές της εξαντλούνται στο προσωπικό όφελος, πολλοί βολεύονται από το πάρε δώσε, τροφοδοτώντας έτσι το σύστημα που τους εξυπηρετεί. Κρίνουν τον πολιτικό από το ρουσφέτι ή την χάρη που τους εκπλήρωσε, από το γάμο ή την κηδεία που παρευρέθηκε, αντί από τον πολιτικό του λόγο, τις παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες του.
Που έχουμε οδηγηθεί; Σε πολιτικές επιλογές στην βάση της οργής και της αντίδρασης. Το πολιτικό κριτήριο που εδράζεται στο θυμό δεν μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη ανατροπής αυτών που μας ενοχλούν αλλά αντίθετα, καταλήγει σε επικίνδυνα αδιέξοδα και σε μια κοινωνία που αυτοτιμωρείται και αυτομαστιγώνεται.
Η απολιτική, απλοϊκή και εύκολη ισοπέδωση δεν είναι λύση, δεν προσφέρει λύση και ακόμα και αν ερμηνευθεί ως αντίδραση, δεν θα φέρει καμία αλλαγή. Οι φωνές που πρέπει να ακουστούν είναι φωνές βελτίωσης, αλλαγής, πράξης, σχεδιασμού και όχι αυτοτραυματισμού..
*Τέως Ευρωβουλευτής