Η διεθνής αντίδραση είναι αποκαλυπτική. Πολιτικά, οι ΗΠΑ δεν είναι απομονωμένες καθώς πολλές κυβερνήσεις αποδέχονται σιωπηρά ή ρητά το τέλος του καθεστώτος Μαδούρο. Ομως , θα λεγε κάνεις πώς νομικά, η σιωπή τούς είναι εκκωφαντική.
Αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο σημείο καμπής: η διεθνής κοινότητα φαίνεται πρόθυμη να αποδεχθεί το αποτέλεσμα, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί για τη διαδικασία, ως μια σιωπηρή νομιμοποίηση της παρανομίας μέσω πολιτικής κόπωσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικαλούνται την εθνική τους νομοθεσία για να παραπέμψουν τον Μαδούρο σε ομοσπονδιακό δικαστήριο για αδικήματα όπως η ναρκοτρομοκρατία, το ξέπλυμα χρήματος και η συμμετοχή σε εγκληματικά δίκτυα. Νομικά, αυτό είναι εφικτό στο πλαίσιο της αμερικανικής έννομης τάξης.
Όμως εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το στρατηγικό πρόβλημα που είναι η εθνική δικαιοσύνη ενός κράτους…. Η μετάβαση από το ICC στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νότιας Φλόριντα είναι η θεσμική εκτροπή καθώς η διεθνής ποινική δικαιοσύνη υπάρχει για να αποτρέπεται ακριβώς αυτό -δηλαδή να μετατρέπεται η ισχύς σε δικαστική αρμοδιότητα.
Το προηγούμενο που αλλάζει τα πάντα
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Μαδούρο είναι ένοχος. Το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει, με ποια διαδικασία και με ποια όρια. Αν η διεθνής κοινότητα αποδεχθεί ότι μια μονομερής στρατιωτική σύλληψη αρχηγού κράτους μπορεί να παράγει έγκυρα νομικά αποτελέσματα, τότε το διεθνές σύστημα επιστρέφει σε μια μορφή επιλεκτικής ζούγκλας.
Από τη στιγμή που ανοίγει αυτό το προηγούμενο, κανένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ασφάλεια δικαίου. Η Ρωσία, η Κίνα, η Τουρκία και κάθε περιφερειακή δύναμη αποκτούν ένα έτοιμο επιχείρημα: «αφού μπορεί να το κάνει η Ουάσινγκτον, μπορούμε κι εμείς».
Η ελληνική διάσταση
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ζήτημα είναι υπαρξιακό. Η υποβάθμισή της διεθνούς νομιμότητας ακόμη και ρητορικά, συνιστά αυτοϋπονόμευση.
«Δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», δίνοντας προτεραιότητα στην «ειρηνική και ταχεία μετάβαση» της Βενεζουέλας. Αυτό που λέει ουσιαστικά ειναι ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύον ζήτημα όταν το πολιτικό αποτέλεσμα θεωρείται επιθυμητό.
Σε έναν κόσμο όπου κράτη όπως η Ελλάδα στηρίζουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα σχεδόν αποκλειστικά στο διεθνές δίκαιο, τέτοιες δηλώσεις έχουν βαρύτατο στρατηγικό κόστος. Όταν αποδέχεσαι ότι η παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους μπορεί να παρακαμφθεί «λόγω συγκυρίας», αποδυναμώνεις το ίδιο επιχείρημα που επικαλείσαι στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο ή στην Κύπρο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τουρκικοί λογαριασμοί και αναλυτές έσπευσαν να αξιοποιήσουν τη δήλωση, επισημαίνοντας ειρωνικά ότι, εφόσον η νομιμότητα δεν είναι προτεραιότητα, τότε δεν υπάρχει λόγος να επικαλείται η Ελλάδα το διεθνές δίκαιο έναντι της Τουρκίας.
Όταν μια χώρα που θεμελιώνει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο νομικό πλαίσιο της UNCLOS δηλώνει ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα», ουσιαστικά αποδέχεται έναν κόσμο όπου τα δικαιώματα απονέμονται από την ισχύ.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, η επίκληση της ΑΟΖ, της κυριαρχίας ή των διεθνών συνθηκών καθίσταται κενό γράμμα.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτός ο κόσμος είναι δίκαιος αλλά αν τα μικρά και μεσαία κράτη θα προσαρμοστούν στρατηγικά, κατανοώντας ότι χωρίς δική τους ισχύ πολιτική, στρατιωτική, θεσμική καμία νομική επίκληση δεν αρκεί.
Και αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα της Βενεζουέλας.