Με αφορμή τις εξαγγελίες του Υπουργείου Παιδείας για το 2026 και τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε γύρω από τον «εκσυγχρονισμό» της ειδικής εκπαίδευσης, ανακύπτει ένα κρίσιμο και θεμελιώδες ερώτημα:
Προχωρούμε πράγματι προς την ενιαία εκπαίδευση ή απλώς βελτιώνουμε ένα σύστημα που βασίζεται στον διαχωρισμό;
Η προεκλογική δέσμευση του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν σαφής και χωρίς αστερίσκους: μετάβαση από την ειδική στην ενιαία εκπαίδευση και ετοιμασία νέας, ενιαίας νομοθεσίας που να αφορά όλα τα παιδιά, χωρίς τη διατήρηση δύο παράλληλων καθεστώτων, γενικής και ειδικής εκπαίδευσης. Η δέσμευση αυτή δεν ήταν απλώς πολιτική επιλογή· ήταν και διεθνής υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η θέση αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις καταληκτικές παρατηρήσεις του ΟΗΕ προς την Κύπρο στο πλαίσιο της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ειδικότερα, το Άρθρο 24 της Σύμβασης είναι απολύτως ξεκάθαρο: τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν ένα ενιαίο, συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα σε όλα τα επίπεδα, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς διαχωριστικές δομές που βασίζονται στην αναπηρία.
Ο εκσυγχρονισμός της ειδικής εκπαίδευσης, με βελτιώσεις σε διαδικασίες, επιτροπές, αξιολογήσεις και διοικητικούς μηχανισμούς, δεν συνιστά μετάβαση στην ενιαία εκπαίδευση. Πρόκειται για δύο διαφορετικές φιλοσοφίες με αντίθετη αφετηρία.
Η ειδική εκπαίδευση λειτουργεί με λογική διαχωρισμού: το παιδί αξιολογείται, κατηγοριοποιείται και, αναλόγως, τοποθετείται σε ειδικές τάξεις, ειδικές μονάδες ή υπό όρους στο γενικό σχολείο.
Η ενιαία εκπαίδευση, αντίθετα, ξεκινά από την παραδοχή ότι όλα τα παιδιά ανήκουν στο ίδιο σχολείο. Δεν εξετάζει αν το παιδί «χωρά» στο σύστημα, αλλά αν το σύστημα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού, παρέχοντας εύλογες προσαρμογές, υποστηρίξεις και τους αναγκαίους πόρους.
Όσο διατηρούνται δύο ξεχωριστές νομοθεσίες, δύο φιλοσοφίες και δύο παράλληλες δομές, ο διαχωρισμός παγιώνεται, ακόμη κι αν περιβάλλεται με τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού».
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απολύτως αναγκαίο να τονιστεί κάτι θεμελιώδες: το δικαίωμα φοίτησης κάθε παιδιού στο σχολείο δεν μπορεί να μετατίθεται στους γονείς, ούτε να παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα συναίνεσης, διαπραγμάτευσης ή «αποδοχής» από την οικογένεια ή τον εκάστοτε εκπαιδευτικό ή διευθυντή ή ακόμη από οποιεσδήποτε επιτροπές.
Το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι αδιαπραγμάτευτο ανθρώπινο δικαίωμα και η ευθύνη διασφάλισής του ανήκει αποκλειστικά στο Κράτος.
Ιδιαίτερα προβληματική, και αντίθετη με το πνεύμα της Σύμβασης, είναι η πρακτική κατά την οποία η φοίτηση παιδιών με αναπηρία στο γενικό σχολείο τελεί υπό όρους, με τη διαρκή απειλή επαναξιολόγησης από τις Επαρχιακές Επιτροπές. Όταν η παραμονή ενός παιδιού στο σχολείο εξαρτάται από το αν «ανταποκρίνεται», αν «δεν δημιουργεί δυσκολίες» ή αν «προσαρμόζεται επαρκώς», τότε το δικαίωμα μετατρέπεται σε προσωρινή άδεια.
Αυτή η λογική αντιστρέφει πλήρως το νόημα της ενιαίας εκπαίδευσης.
Δεν είναι το παιδί που πρέπει να αποδεικνύει ότι αξίζει να φοιτά στο σχολείο.
Είναι το σχολείο και το κράτος που οφείλουν να αποδεικνύουν ότι παρέχουν τις αναγκαίες εύλογες προσαρμογές για να μπορεί το παιδί να συμμετέχει και να εξελίσσεται.
Η συνεχής επαναξιολόγηση της φοίτησης δεν αποτελεί παιδαγωγικό εργαλείο. Αποτελεί μηχανισμό ανασφάλειας, πίεσης προς τις οικογένειες και έμμεσου αποκλεισμού, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το Άρθρο 24 της Σύμβασης και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.
Η ενιαία εκπαίδευση δεν λειτουργεί με δοκιμαστικές περιόδους, ούτε με απειλές απομάκρυνσης.
Η φοίτηση πρέπει να είναι δεδομένη και χωρίς όρους. Αυτό που επανεξετάζεται είναι αποκλειστικά η επάρκεια των υποστηρίξεων, όχι η παρουσία του παιδιού.
Η Κύπρος καλείται να επιλέξει: ή θα προχωρήσει σε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση με νέα, ενιαία νομοθεσία, όπως είχε δεσμευτεί πολιτικά και όπως επιβάλλει το διεθνές δίκαιο, ή θα συνεχίσει να αναβάλλει τη μετάβαση, αναπαράγοντας έναν τάχα ‘εκσυγχρονισμένο’ αλλά βαθιά διαχωριστικό μηχανισμό.
Η ενιαία εκπαίδευση δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δικαιωμάτων, ισότητας και δημοκρατίας.
Ο εκσυγχρονισμός της «ειδικής εκπαίδευσης» που έχει στο νου της η κ. Μιχαηλίδου, είναι καταδικασμένος να αποτύχει γιατί η «ειδική εκπαίδευση» έχει αποτύχει εδώ και δεκαετίες να παρέχει αυτό που πραγματικά χρειάζονται τα παιδιά μας, να ανήκουν, να συμμετέχουν και να εξελίσσονται με σεβασμό στα δικά τους χαρακτηριστικά.
Η αναπηρία είναι κοινωνικό θέμα και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ποικιλομορφίας της σχολικής κοινότητας και όσο επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε κάποια παιδιά ως «ειδικά παιδιά» με «ειδικές ανάγκες» φτιάχνοντας «ειδικούς νόμους» και «ειδικά προγράμματα», δεν θα τα θεωρήσουμε ποτέ κομμάτι της σχολικής κοινότητας και κατ’ επέκταση της κοινότητας μας, αλλά θα συνεχίζουμε να τα κρατάμε για πάντα στο περιθώριο.