Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αντιμετωπίζει μια βαθιά και διαρκή κρίση νομιμοποίησης, η οποία εκδηλώνεται σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα, η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, η εκτεταμένη διαφθορά και η συστηματική καταστολή έχουν αποξενώσει ιδιαίτερα τη νεότερη γενιά από το θεοκρατικό αφήγημα της επανάστασης του 1979. Οι επαναλαμβανόμενες μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων ετών δημιούργησαν την εικόνα ενός καθεστώτος που επιβιώνει όλο και περισσότερο μέσω καταναγκασμού παρά μέσω συναίνεσης. Παρ’ όλα αυτά, παρά την ένταση των κοινωνικών αντιδράσεων, η ανατροπή του καθεστώτος παραμένει εξαιρετικά απίθανη, αν όχι αδύνατη.

Το παράδοξο αυτό φαινόμενο εξηγείται μόνο αν η ανάλυση μετατοπιστεί από το επίπεδο της κοινωνικής δυσαρέσκειας στο επίπεδο της θεσμικής δομής εξουσίας και ασφάλειας. Το ιρανικό καθεστώς δεν στηρίζεται πρωτίστως στη λαϊκή αποδοχή, αλλά σε έναν σύνθετο και πολυεπίπεδο μηχανισμό ελέγχου, σχεδιασμένο ακριβώς για να αντέχει σε περιόδους έντονης κοινωνικής πίεσης.

Στον πυρήνα αυτού του μηχανισμού βρίσκεται ο θεσμός του Ανώτατου Ηγέτη. Ο ρόλος του δεν είναι απλώς θρησκευτικός ή συμβολικός, αλλά βαθιά λειτουργικός. Ο Ανώτατος Ηγέτης δρα ως τελικός διαιτητής μεταξύ ανταγωνιστικών πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών ελίτ, αποτρέποντας τη μετατροπή των εσωτερικών ανταγωνισμών σε ανοιχτές ρήξεις. Σε αντίθεση με προσωποπαγή αυταρχικά καθεστώτα, το ιρανικό σύστημα έχει ενσωματώσει τη διαδοχή ως θεσμική διαδικασία. Η ύπαρξη προκαθορισμένων μηχανισμών συνέχειας μειώνει δραστικά τον κίνδυνο χάους ακόμη και σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της ανώτατης ηγεσίας.

Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του καθεστώτος διαδραματίζει το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Το IRGC δεν αποτελεί έναν απλό στρατιωτικό σχηματισμό, αλλά έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό εξουσίας. Διαθέτει στρατιωτική ισχύ, εκτεταμένες υπηρεσίες πληροφοριών και σημαντικό έλεγχο σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Μέσω αυτού του πλέγματος επιρροής, το IRGC λειτουργεί ως ο πραγματικός εγγυητής της εσωτερικής ασφάλειας και της πολιτικής συνέχειας. Η επιβίωσή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διατήρηση του θεοκρατικού συστήματος, γεγονός που καθιστά την αφοσίωσή του δομική και όχι συγκυριακή.

Οι παραστρατιωτικές δυνάμεις Basij και η αστυνομία αποτελούν τους μηχανισμούς πρώτης γραμμής απέναντι στη λαϊκή διαμαρτυρία. Αν και σε επίπεδο βάσης εμφανίζονται σημάδια κόπωσης, χαμηλού ηθικού και κατά τόπους απροθυμίας, οι δυνάμεις αυτές παραμένουν λειτουργικές χάρη στην άμεση εποπτεία και παρέμβαση του IRGC. Ο τακτικός στρατός, αντίθετα, διατηρεί επαγγελματικό και εθνικό χαρακτήρα και σκόπιμα αποκλείεται από την εσωτερική καταστολή. Αυτή η διάκριση δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά συνειδητή στρατηγική επιλογή, σχεδιασμένη να αποτρέπει τον κίνδυνο στρατιωτικής αποστασίας.

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις ανέδειξαν με σαφήνεια τα όρια της κοινωνικής πίεσης. Παρά τη μαζικότητα, τη γεωγραφική διασπορά, τη διάρκειά τους και τον μεγάλο αριθμό θυμάτων, δεν προκάλεσαν ρήγματα στον πυρήνα του μηχανισμού ασφαλείας. Η απώλεια κοινωνικής νομιμοποίησης δεν συνοδεύτηκε από αποσύνθεση της κατασταλτικής ικανότητας του κράτους. Το καθεστώς απέδειξε ότι αντλεί τη βιωσιμότητά του όχι από τη συναίνεση, αλλά από τη θεσμική συνοχή και τον έλεγχο των μέσων καταναγκασμού.

Σε διεθνές επίπεδο, τα εξωτερικά εργαλεία πίεσης εμφανίζουν επίσης σαφή όρια. Η στρατιωτική δράση χωρίς χερσαία επέμβαση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές υλικές ζημιές, αλλά αδυνατεί να διαλύσει τον μηχανισμό εξουσίας. Συχνά, μάλιστα, ενισχύει το αφήγημα της πολιορκούμενης χώρας και συσπειρώνει τις ελίτ και μέρος του πληθυσμού γύρω από το καθεστώς. Οι οικονομικές κυρώσεις έχουν επιβαρύνει δραματικά την κοινωνία, αλλά δεν έχουν οδηγήσει σε ρήξη στο εσωτερικό της εξουσίας, η οποία έχει προσαρμοστεί μέσω παραοικονομικών και πελατειακών δικτύων.

Ο υβριδικός πόλεμος και οι στοχευμένες δολοφονίες ηγετικών στελεχών συνιστούν πιο σύνθετα εργαλεία αποσταθεροποίησης, όμως και αυτά έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Σε ένα καθεστώς με θεσμική συνέχεια, ελεγχόμενη διαδοχή και πολυεπίπεδες δικλίδες ασφαλείας, τέτοιες ενέργειες λειτουργούν κυρίως ως επιταχυντές υπαρχουσών τάσεων και όχι ως αυτόνομοι καταλύτες ανατροπής.

Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε μέσω λαϊκής εξέγερσης ούτε μέσω εξωτερικής επιβολής. Θα μπορούσε να καταστεί δυνατή μόνο μέσω μιας εσωτερικής ρήξης στον πυρήνα του κράτους ασφαλείας. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια τέτοια ρήξη είναι άμεση. Γι’ αυτό και, παρά τη βαθιά κοινωνική απονομιμοποίηση, η ανατροπή του καθεστώτος θεωρείται σήμερα όχι απλώς δύσκολη, αλλά δομικά αδύνατη.

*Πρώην Ανώτερο Στέλεχος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου