Η συζήτηση περί «Τρίτου Παγκόσμιου Πολέμου» επανέρχεται δυναμικά στον δημόσιο λόγο, τροφοδοτούμενη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, τις εντάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και την κλιμακούμενη αντιπαράθεση γύρω από την Ταϊβάν. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο κόσμος οδεύει προς έναν πόλεμο τύπου Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά αν οι διεθνείς θεσμοί εξακολουθούν να μπορούν να περιορίζουν τη χρήση ισχύος.
Το θεμέλιο της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης είναι ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών. Το Άρθρο 2(4) απαγορεύει ρητά την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Οι εξαιρέσεις είναι δύο και μόνο δύο: Η αυτοάμυνα σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης (Άρθρο 51) και η ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, βάσει των Άρθρων 39, 41 και 42.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας αποτελεί τον μοναδικό θεσμό που μπορεί να νομιμοποιήσει στρατιωτική δράση πέραν της αυτοάμυνας. Για να υπάρξει τέτοια απόφαση απαιτείται η απουσία βέτο από τα πέντε μόνιμα μέλη: Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο. Χωρίς αυτή τη διαδικασία, κάθε χρήση βίας, ανεξαρτήτως πολιτικής ή ηθικής αιτιολόγησης, παραμένει παράνομη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης έντασης μεταξύ ισχύος και διεθνούς δικαίου αποτελεί η πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, που οδήγησε στη σύλληψη και μεταφορά του προέδρου Νικολάς Μαδούρο στις ΗΠΑ. Η ενέργεια αυτή, που έχει περιγραφή από κυβερνητικούς και διεθνείς παρατηρητές ως «απαγωγή», πραγματοποιήθηκε χωρίς απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα και τις συνέπειες των μονομερών στρατιωτικών δράσεων μεγάλων δυνάμεων. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει το κρίσιμο ζήτημα: Όταν οι ισχυροί δρώντες επιλέγουν να υπερβούν το διεθνές δίκαιο, οι θεσμοί αποδυναμώνονται και η σταθερότητα της διεθνούς τάξης κινδυνεύει.
Ανάλογες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η οποία, ως αυτόνομο έδαφος εντός του Βασιλείου της Δανίας, προστατεύεται πλήρως από την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας. Οποιαδήποτε απόπειρα εξαναγκασμού ή αλλαγής κυριαρχίας χωρίς απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα παραβίαζε ευθέως τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
Η πιο επικίνδυνη περίπτωση παραμένει η Ταϊβάν. Η Κίνα τη θεωρεί εσωτερικό ζήτημα, ενώ μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας ακολουθεί την πολιτική της «Μίας Κίνας». Παρά ταύτα, η Ταϊβάν λειτουργεί ως ντε φάκτο κράτος. Σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα βρεθεί σε αδυναμία δράσης λόγω του κινεζικού βέτο, αποκαλύπτοντας ένα δομικό κενό του διεθνούς συστήματος: Την αδυναμία επιβολής των κανόνων όταν εμπλέκονται μεγάλες δυνάμεις.
Ο πραγματικός κίνδυνος, λοιπόν, δεν είναι κατ’ ανάγκην η άμεση έκρηξη ενός παγκόσμιου πολέμου, αλλά η σταδιακή κανονικοποίηση της παραβίασης των κανόνων. Για μικρά κράτη, όπως η Κύπρος, που δεν διαθέτουν στρατηγικό βάθος ή αποτρεπτική ισχύ συγκρίσιμη με εκείνη των μεγάλων δυνάμεων, η αποδυνάμωση του διεθνούς δικαίου συνιστά υπαρξιακή απειλή. Όταν οι θεσμοί αδυνατούν να επιβάλουν τους κανόνες και η ισχύς μετατρέπεται σε βασικό ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων, η αστάθεια παύει να είναι εξαίρεση και καθίσταται μόνιμο χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος.
Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν ξεκινούν μόνο όταν καταρρέουν οι θεσμοί, αλλά και όταν παύουμε να πιστεύουμε ότι αξίζει να τους υπερασπιζόμαστε.
* Δημοτικός σύμβουλος Στροβόλου