Έχοντας τώρα γνώση του αποτελέσματος της δίκης εξ αφορμής του βίντεο του Αλ Τζαζίρα, ελάτε να δούμε μία υπόθεση, όχι μακριά από την πραγματικότητα: Ο Γενικός Εισαγγελέας, εξετάζοντας όλα τα διαθέσιμα ενώπιον της κατηγορούσας αρχής τεκμήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, με τον τρόπο που εξελίσσονται τα δεδομένα στη δίκη, η δυνατότητα θετικής έκβασης είναι πολύ περιορισμένη έως και ανύπαρκτη. Συνυπολογίζει ότι μία μακρά σε χρόνο δικαστική διαδικασία εξυπακούεται χαμένες, ακριβοπληρωμένες εργατοώρες, ενώ αποτυχία θα επιτείνει το κλίμα δυσπιστίας τής κοινωνίας έναντι της Εισαγγελίας. Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι είναι ορθότερο και υπέρ του δημοσίου συμφέροντος να αποφασίσει διακοπή παρά συνέχιση της δίκης.
Ερώτηση: Ποια θα ήταν η αντίδραση κομμάτων, οργανωμένων φορέων, δημοσιογράφων, θαμώνων του διαδικτύου και του μέσου πολίτη;
Απάντηση: Τι τα θέλεις, έκαμαν πάλι το αναμενόμενο. Πάνε να τα κουκουλώσουν, γι’ αυτό βρίσκουν αφορμές να διακόψουν τη δίκη, κρυβόμενοι πίσω από το «δημόσιο συμφέρον». Αν η υπόθεση δεν αφορούσε ισχυρούς επώνυμους αλλά έναν άγνωστο πολίτη, θα τον καταδίκαζαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αυτή η κυρίαρχη αντίληψη ασφαλώς δεν διαφεύγει την προσοχή ούτε του Γ. Εισαγγελέα ούτε των συνεργατών του, γεγονός που τους αποτρέπει να σκεφτούν και πολύ περισσότερο να καταλήξουν στην ορθότερη, υπό τις περιστάσεις, επιλογή διακοπής της δίκης. Οπότε…
Ό,τι αποφασίσεις, ό,τι κάμεις, είναι λάθος
Σε μια τοξική περιρρέουσα, όπου κυριαρχεί, όχι άδικα και χωρίς αιτία, η απαξίωση, ο θυμός, η καθολική αμφισβήτηση και η καχυποψία, ισχύει το κοινώς λεγόμενον «ό,τι κάμεις εν λάθος».
Διαβάζοντας με προσοχή δηλώσεις νομικών και συζητώντας το θέμα με γνώστες του αντικειμένου, θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο να επιτύχει. Από την άλλη, η αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου δεν κρίθηκε με νομικά κριτήρια αλλά με συναισθηματικά, στο πνεύμα της περιρρέουσας που προαναφέρθηκε. Η κοινωνία είχε προαποφασίσει την ενοχή των κατηγορουμένων και μόνο με καταδικαστική απόφαση θα ικανοποιείτο. Γι’ αυτό εκφράστηκε με οργίλη αντίδραση και απογοήτευση, οπλίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία έναντι της ηγεσίας της Γ.Ε. και του ίδιου του θεσμού, αποδίδοντας ταυτόχρονα βαριές, όχι όλες δικαιολογημένες, κατηγορίες και στους λειτουργούς της, με χαρακτηρισμούς που θίγουν την επαγγελματική τους επάρκεια και αξιοπρέπεια.
Υπήρχε (υπάρχει) αντίδοτο;
Όταν η απαξίωση βγάλει ρίζες, ως αποτέλεσμα πολλών λόγων που είτε αγνοήθηκαν είτε δεν αξιολογήθηκαν ορθά, για να αντιμετωπισθεί εν τη γενέσει της, δεν υπάρχουν εύκολα αντίδοτα. Αν, από την άλλη, υψώσουμε όλοι τα χέρια, αυτό το αδηφάγο σαράκι δεν θα καταβροχθίσει μόνο πρόσωπα, που στο κάτω-κάτω έρχονται και παρέρχονται, αλλά θεσμούς, δηλαδή τα ίδια τα θεμέλια του κρατικού οικοδομήματος. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από κάπου.
Και επειδή εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να προβάλλει η άμεση και δραστική, υπό τις περιστάσεις, ενέργεια με την εθελούσια αποχώρηση των δύο κεφαλών της Γ.Ε., γεγονός που θα αποφόρτιζε το κλίμα, ο γράφων επαναφέρει παλαιότερη διατυπωθείσα σε άρθρο εισήγηση, για θεσμοθετημένη επικοινωνιακή πρακτική, διά της οποίας να ενημερώνεται ο πολίτης με ειλικρίνεια και καθαρότητα για σοβαρές αποφάσεις που κυριαρχούν στην επικαιρότητα. Όταν αντίθετα, γενικώς και αορίστως, ο πολίτης πληροφορείται ότι μία πολύκροτη υπόθεση αρχειοθετείται «για λόγους δημοσίου συμφέροντος», φράση που έγινε συνώνυμη με το μνήμα του Αγίου Νεοφύτου που «όλα τα χωρεί», χωρίς καμία απολύτως εξήγηση, φυσιολογικά οργιάζει η φημολογία, οι υποθέσεις, υπαρκτά και ανύπαρκτα σενάρια, και μεγαλώνει η ήδη υπάρχουσα δυσπιστία. Η Γ.Ε. όπως και η Δικαστική Εξουσία προτάσσουν το επιχείρημα ότι ο χειρισμός τέτοιων υποθέσεων δεν προσφέρεται για δημόσια συζήτηση. Κατανοητόν. Από την άλλη, σε μία εποχή διάχυσης της πληροφορίας με πολίτες υποψιασμένους, η σιωπή δεν είναι ούτε χρυσός ούτε η ενδεδειγμένη λύση. Υπάρχει πάντα το μέτρο. Οι ίδιοι οι θεσμοί μπορούν να κρίνουν σε ποιο εύρος και σε πόση λεπτομέρεια θα επεκταθεί η ενημέρωση. Η οποία, πέραν του ότι θα λειτουργεί θετικά, θα συμβάλει και στην εκπαίδευση/διαπαιδαγώγηση, κατά κάποιο τρόπο, του μέσου πολίτη, ώστε να κρίνει τα πράγματα όχι πάντα με το θυμικό αλλά με τον ορθολογισμό και τη γνώση. Και να μην ξεχνά το περίφημο «τεκμήριο αθωότητος» που κάθε άλλο παρά ισχύει στις φορτισμένες μέρες μας.
Η αντίδραση των λειτουργών της Γ.Ε.
Η αξία της ανάγκης για ενημέρωση αποδείχθηκε στην πράξη αλλά με τον εντελώς λανθασμένο τρόπο. Οι λειτουργοί της Γ.Ε., βλέποντας την καθολική αντίδραση της κοινωνίας που άγγιξε την ακεραιότητα των ιδίων, αντέδρασαν βεβιασμένα, με συναισθηματική φόρτιση (πάντα κακός σύμβουλος), σπασμωδικά, χωρίς στρατηγική και στοχοθεσία. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό και αδικεί επαγγελματίες με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα. Η εμφανής οργή, δικαιολογημένη ως ένα βαθμό, προέβαλε μία εικόνα ανωριμότητας και προχειρότητας.
Η Επικοινωνία έχει εξελιχθεί στις τελευταίες δεκαετίες στην επιστήμη που εξετάζει και μελετά τη διαδικασία μεταφοράς μηνυμάτων και πληροφοριών από τον πομπό στον δέκτη, επιλέγοντας τη στρατηγική που αυτό θα επιτευχθεί με πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων μέσων, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Την επιστήμη αυτή κατέχουν επαγγελματίες που είναι σε θέση να παράσχουν υπηρεσίες σε οργανωμένους φορείς και άτομα. Σημαντικότατο κεφάλαιο της επικοινωνίας είναι και η διαχείριση κρίσεων (γνωστή και με τους αγγλικούς όρους risk management, emergency or crisis management, αναλόγως της περίπτωσης). Αν αυτή η πρακτική ακολουθείτο και στην υπό συζήτηση περίπτωση, η αντίδραση δεν θα ήταν σίγουρα αυτή που είδαμε. Θα ήταν προσχεδιασμένη, προαποφασισμένη και θα εκδηλωνόταν στην πιο κατάλληλη ώρα. Θα ήταν επιλογή και όχι οργισμένη αντίδραση. Τα αποτελέσματα θα ήσαν χωρίς συζήτηση πολύ καλύτερα για όλους.
*Δημοσιογράφος
pcpavlou@gmail.com