Δύο πρόσφατα γεγονότα φωτίζουν το βαθύτερο πρόβλημα του Κυπριακού: τη ρήξη της μνήμης με τη νέα γενιά. 

Και τα δύο άπτονται του ζητήματος που εδώ και τρεις γενιές αποκαλούμε Κυπριακό — ενός ζητήματος που για πολλούς της δικής μου ηλικίας δεν είναι έννοια, αλλά εμπειρία που επιμένει. 

Η παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Άσσου «Η ξεχασμένη εξέγερση – 8 Σεπτεμβρίου 1974» και η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Πέλλα Παΐς» του Μιχάλη Γεωργιάδη συγκέντρωσαν κοινό. Οι αίθουσες γέμισαν. Όχι όμως από τους νέους

Στις θέσεις κάθονταν κυρίως άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας — εκείνοι που κουβαλούν ακόμη το βάρος της ιστορίας όχι ως αφήγηση, αλλά ως βίωμα. Σώματα κουρασμένα, βλέμματα βαριά, μνήμη ζωντανή. Και όμως, αυτή η μνήμη δεν φαίνεται να μεταδίδεται. 

Η απουσία των νεότερων γενεών σχολιάστηκε. Μια φράση, σχεδόν ψιθυριστή, συμπύκνωσε την αγωνία: 

«Πιστεύουμε στ’ αλήθεια πως θα επιστρέψουμε, με τέτοια απουσία νέων;» 

Το ερώτημα δεν είναι απλώς συγκυριακό. Είναι βαθιά πολιτικό — και βαθιά υπαρξιακό. 

Διότι το Κυπριακό, με τον τρόπο που βιώνεται σήμερα, φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τη ζωντανή συνείδηση των νεότερων γενεών. Όχι γιατί λύθηκε. Αλλά γιατί έπαψε να καίει. 

Την φλόγα έσβησαν οι ψευδεπίγραφες ενοχές, η ατιμωρησία, η λήθη, η τρυφηλή ζωή.  

Προτιμήσαμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας μέσα στην αφθονία και την κατανάλωση, μέσα στο ψέμα του εφήμερου, έξω από ένα όραμα απελευθέρωσης, αξιοπρέπειας, κοινού συνειδέναι. 

Και αυτό δεν είναι τυχαίο. 

Για δεκαετίες, το ζήτημα αυτό μετατράπηκε σταδιακά από βίωμα σε αφήγηση και από αφήγηση σε ρητορικό σχήμα. Έγινε σύνθημα, εργαλείο, πεδίο μικροπολιτικής. Αναλώθηκε σε επαναλήψεις, σε εύκολες καταγγελίες, σε λόγο που δεν πείθει — γιατί δεν πιστεύεται ούτε από εκείνους που τον εκφέρουν. 

Οι ευθύνες είναι συγκεκριμένες. Το πολιτικό σύστημα, οι ελίτ της εξουσίας, η ακαδημαϊκή κοινότητα, τα μέσα ενημέρωσης — και πρωτίστως η παιδεία. 

Αποδομήσαμε χωρίς να οικοδομήσουμε. Αποϊεροποιήσαμε χωρίς να δώσουμε νέο νόημα. Ειρωνευτήκαμε ό,τι μας υπερέβαινε και τελικά συμβιβαστήκαμε με το μικρό: τη μικροψυχία, τη μικροπολιτική, τη μικροπρέπεια. 

Χάσαμε το μέτρο. Μαζί του, και την αίσθηση δικαίου, ευθύνης και συλλογικότητας. 

Αντί για ενότητα, καλλιεργήσαμε τη διάσπαση. Αντί για υπέρβαση, συντηρούμε έναν διαρκή εσωτερικό εμφύλιο, σκαλίζοντας πληγές χωρίς πρόθεση θεραπείας. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η απουσία των νέων δεν είναι αίνιγμα. Είναι αποτέλεσμα. 

Δεν απουσιάζουν επειδή αδιαφορούν. Απουσιάζουν επειδή δεν πείθονται. Επειδή δεν βρίσκουν λόγο να συνδεθούν με έναν λόγο κουρασμένο, αντιφατικό και συχνά κενό περιεχομένου. 

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν χάσαμε τους νέους τυχαία. Τους διώξαμε. 

Και αν η μνήμη δεν γίνει ξανά ζωντανό βίωμα —αν δεν αποκτήσει νόημα που να αφορά το παρόν και να ανοίγει προοπτική για το μέλλον— τότε δεν θα χαθεί μόνο η συμμετοχή τους. 

Θα χαθεί η ίδια η συνέχεια. 

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι νέοι θα επιστρέψουν. 

Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη κάτι στο οποίο αξίζει να επιστρέψουν.