Σε κάθε σύγχρονη δημοκρατία, ο πολιτισμός δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά θεμέλιο της συλλογικής ταυτότητας, της παιδείας και της κοινωνικής συνοχής. Ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος αντιμετωπίζει τον πολιτισμό αποκαλύπτει όχι μόνο τις προτεραιότητές του, αλλά και το επίπεδο της δημοκρατικής του ωριμότητας.
Ο πολιτισμός δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της δημόσιας ζωής, ούτε απλώς ένας τομέας που εξυπηρετεί την τουριστική προβολή. Είναι πεδίο παραγωγής νοήματος, κοινωνικής συνοχής, κριτικής σκέψης και δημιουργικής οικονομίας. Στην Κύπρο, η σχέση κράτους και πολιτισμού βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση, όπου σημαντικά βήματα συνυπάρχουν με χρόνιες αδυναμίες και αντιφάσεις. Η αντιμετώπισή του πολιτισμού από το κράτος και τους πολιτικούς παραμένει αντιφατική: από τη μία πλευρά αναγνωρίζεται ρητορικά ως προτεραιότητα, από την άλλη συχνά υποβαθμίζεται στην πράξη, είτε μέσω αποσπασματικών πολιτικών είτε μέσω στρεβλής κατανομής πόρων.
Η σύσταση του Υφυπουργείου Πολιτισμού αποτέλεσε αναμφίβολα μια ιστορική τομή και ένα σημαντικό θεσμικό βήμα. Για δεκαετίες, ο πολιτισμός βρισκόταν διασκορπισμένος ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό και με περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε προσδοκίες για μια πιο συνεκτική πολιτική, με σαφείς στόχους και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με δυνατότητα χάραξης στρατηγικής και συντονισμού δράσεων που θα υπερέβαινε τη λογική των ευκαιριακών επιχορηγήσεων και θα εστίαζε στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του πολιτιστικού οικοσυστήματος. Ωστόσο, η ύπαρξη θεσμού δεν αρκεί από μόνη της.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο το Υφυπουργείο μπορεί – ή επιτρέπεται πολιτικά – να λειτουργήσει με στρατηγική συνέπεια και ανεξαρτησία, μακριά από πελατειακές λογικές και επικοινωνιακές πιέσεις.
Παράλληλα, η ανέγερση του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου σηματοδοτεί μια επένδυση που αναδεικνύει μια σαφή προτεραιότητα: την επένδυση στην πολιτιστική κληρονομιά. Πρόκειται για μια επιλογή με ισχυρό συμβολισμό και αναμφισβήτητη αξία. Η Κύπρος, ως τόπος με πολυεπίπεδη ιστορία, έχει καθήκον να προστατεύει και να προβάλλει το παρελθόν της.
Όμως, όταν η πολιτιστική πολιτική επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο παρελθόν, δημιουργείται μια επικίνδυνη ανισορροπία. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που κληρονομήσαμε, αλλά και αυτό που δημιουργούμε σήμερα. Η έμφαση στην αρχαιότητα, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν πρέπει να λειτουργεί εις βάρος της σύγχρονης δημιουργίας.
Και εδώ αναδύεται ένα από τα πιο έντονα ελλείμματα: η απουσία κρίσιμων υποδομών για τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία. Η Κύπρος εξακολουθεί να στερείται ενός Μεγάρου Μουσικής, ικανού να φιλοξενήσει μεγάλες παραγωγές, να στηρίξει τη συμφωνική μουσική και να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. Η έλλειψη αυτή δεν είναι απλώς τεχνική, είναι βαθιά πολιτική, καθώς περιορίζει τις δυνατότητες εξέλιξης ολόκληρων καλλιτεχνικών πεδίων.
Αντίστοιχα, η απουσία μιας ολοκληρωμένης Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης αποκαλύπτει μια διαχρονική αμηχανία απέναντι στη σύγχρονη έκφραση. Οι Κύπριοι εικαστικοί δημιουργοί συχνά αναγκάζονται να αναζητήσουν αναγνώριση και στήριξη στο εξωτερικό, όχι μόνο για λόγους αγοράς, αλλά και λόγω έλλειψης κατάλληλων δομών παρουσίασης και διαλόγου. Έτσι, η χώρα χάνει την ευκαιρία να διαμορφώσει ένα ζωντανό πολιτιστικό παρόν, περιοριζόμενη σε έναν ρόλο «φύλακα» του παρελθόντος.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ανομοιομορφία στην κατανομή των πόρων. Η πολιτιστική χρηματοδότηση στην Κύπρο χαρακτηρίζεται συχνά από ασυνέχεια, αδιαφάνεια και αποσπασματικότητα. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο – αντί να ενισχύεται σταθερά η καλλιτεχνική δημιουργία – σημαντικά κονδύλια να διοχετεύονται σε δράσεις με περιορισμένο καλλιτεχνικό αντίκτυπο, σε δευτερεύουσες δράσεις, σε δομές που σχετίζονται έμμεσα με τον πολιτισμό ή σε πρωτοβουλίες που εξυπηρετούν περισσότερο επικοινωνιακές ανάγκες παρά ουσιαστική ανάπτυξη, ενώ οι ίδιοι οι δημιουργοί παραμένουν οικονομικά ευάλωτοι. Η στήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή περιστασιακή. Απαιτεί σταθερές πολιτικές, διαφανή κριτήρια και ουσιαστική επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό.
Η στρέβλωση αυτή δημιουργεί ένα εύθραυστο οικοσύστημα, όπου οι δημιουργοί καλούνται να επιβιώσουν μέσα από βραχυπρόθεσμες επιχορηγήσεις, χωρίς σταθερότητα και χωρίς προοπτική. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η καλλιτεχνική παραγωγή δεν μπορεί να ανθίσει· περιορίζεται, αναπαράγεται ή μεταναστεύει.
Η ανάγκη, επομένως, δεν είναι απλώς για περισσότερα κονδύλια, αλλά για διαφορετική φιλοσοφία. Ο πολιτισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επένδυση και όχι ως δαπάνη. Αυτό σημαίνει (α) σταθερή και πολυετής χρηματοδότηση για δημιουργούς και οργανισμούς, (β) διαφανή και αξιοκρατικά κριτήρια επιλογής, (γ) ενίσχυση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και της πρόσβασης του κοινού, (δ) ισορροπία ανάμεσα στην πολιτιστική κληρονομιά και τη σύγχρονη δημιουργία και (ε) στρατηγική ανάπτυξη υποδομών με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Πάνω απ’ όλα, απαιτείται μια αλλαγή νοοτροπίας. Το κράτος οφείλει να αντιληφθεί ότι ο πολιτισμός δεν είναι απλώς ένα πεδίο διαχείρισης κονδυλίων, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που χρειάζεται φροντίδα, ελευθερία και όραμα. Οι πολιτικοί, από την πλευρά τους, πρέπει να υπερβούν τη λογική της επικοινωνιακής αξιοποίησης του πολιτισμού και να τον αντιμετωπίσουν ως στρατηγική προτεραιότητα με μετρήσιμα αποτελέσματα. Να πάψουν δηλαδή να βλέπουν τον πολιτισμό ως ευκαιρία προβολής ή ως πεδίο εξυπηρετήσεων. Αντίθετα, πρέπει να τον προσεγγίσουν ως κρίσιμο πυλώνα δημόσιας πολιτικής, ισάξιο με την παιδεία, την υγεία και την οικονομία.
Η Κύπρος διαθέτει πλούσιο πολιτιστικό κεφάλαιο και αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που λείπει δεν είναι το ταλέντο, αλλά η συνεκτική πολιτική βούληση. Αν το Υφυπουργείο Πολιτισμού καταφέρει να λειτουργήσει ως πραγματικός μοχλός αλλαγής – επενδύοντας στις υποδομές που λείπουν, εξισορροπώντας την κατανομή των πόρων και ενισχύοντας τους ίδιους τους δημιουργούς – τότε ο πολιτισμός μπορεί να μετατραπεί από περιθωριακό ζήτημα σε κεντρικό πυλώνα ανάπτυξης.
Αυτό που απομένει είναι η πολιτική βούληση να μετατραπεί ο πολιτισμός από περιθωριακή προτεραιότητα σε κεντρική στρατηγική επιλογή.
* O Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου είναι συνθέτης – διευθυντής Καλλιτεχνικών και Πολιτιστικών Θεσμών