Ως ορόσημο που σηματοδοτεί την αυγή μιας νέας εποχής στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας χαρακτηρίστηκε από Κινεζικής πλευράς η συνάντηση στο Πεκίνο του Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ με τον Πρόεδρο της Κίνας, Xi Jinping. Θετικά αποτίμησε τα αποτελέσματα της επίσκεψης του στην Κίνα και ο Πρόεδρος Τράμπ με δηλώσεις του στους δημοσιογράφους κατά την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον. Διαβεβαίωσε ότι ΗΠΑ και Κίνα θα έχουν ένα φανταστικό μέλλον μαζί, καλύτερο από πριν. 

Η παγκοσμίου ενδιαφέροντος συνάντηση κορυφής πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια επίσημης διήμερης επίσκεψης του Αμερικανού Προέδρου, μεταξύ 14-15 Μαΐου, 2026, στο Μέγαρο του Λαού κεκλεισμένων των θυρών. Αξιοσημείωτη υπήρξε η μεγαλειώδης υποδοχή που επεφύλαξε το Πεκίνο στον Πρόεδρο Τράμπ και η θετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, παρά τις μεταξύ των δυο χωρών διαφορές. Σημαντικό είναι το γεγονός  ότι οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της υφηλίου συμφώνησαν στην προώθηση μιας «εποικοδομητικής στρατηγικής  σταθερότητας», (constructive strategic stability), στις μεταξύ τους σχέσεις, εντός των επόμενων τριών ετών. Ως γνωστό, οι σχέσεις  ΗΠΑ και Κίνας διακρίνονται για τον έντονο ανταγωνισμό και πολλαπλές εντάσεις ενώ παράλληλα διατηρούν συνεργασία και αλληλεξάρτηση στους τομείς του εμπορίου, της οικονομίας και της τεχνολογίας. Στην ομιλία του κατά το επίσημο δείπνο ο Πρόεδρος Xi επέσυρε την προσοχή του αμερικανικού ακροατηρίου του στους κινδύνους και τις καταστροφικές επιπτώσεις από τυχόν μεταξύ των δύο χωρών σύγκρουση με αιτία το φοβικό σύνδρομο της ισχυρής δύναμης προς την αναδυόμενη δύναμη. Διερωτήθηκε δε, κατά πόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα  δύνανται να υπερβούν την «παγίδα του Θουκυδίδη», να απολαμβάνουν αμοιβαίου σεβασμού, ειρηνική συνύπαρξη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία. Ως γνωστό, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρομοιάστηκαν από τον Αμερικανό καθηγητή και πολιτικό, Graham Allison, με τους αντίπαλους πόλους του Πελοποννησιακού πολέμου, η μεν Κίνα με την αναδυόμενη δύναμη της Αθήνας οι δε ΗΠΑ με την Σπάρτη· η οποία λόγω φόβου κήρυξε τον καταστροφικό πόλεμο εναντίον της Αθήνας. 
   
Το μεγάλο αγκάθι, όμως, στις Σινο-Αμερικανικές σχέσεις ήταν και παραμένει το ζήτημα  της Taiwan. Για το Πεκίνο η ανεξαρτησία της Taiwan αποτελεί κόκκινη γραμμή και θέτει εν κινδύνω την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή. Όσον αφορά στη θέση της Ουάσιγκτον, επισήμως αναγνωρίζει την «Μία Κίνα», στην ουσία όμως δεν ευνοεί την ενσωμάτωση  της Taiwan στην Κίνα· και στην πράξη στηρίζει, βοηθά και εξοπλίζει το καθεστώς της. Αυτές τις μέρες, μάλιστα, εκκρεμεί ενώπιον του Προέδρου Τράμπ αίτημα της Ταϊπέι για αγορά αμερικανικών εξοπλιστικών συστημάτων. Ο Πρόεδρος Xi άδραξε την ευκαιρία και απηύθυνε αυστηρή προειδοποίηση όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στο χειρισμό «του πλέον σημαντικού για τις διμερείς σχέσεις» τους ζητήματος. Σε αντίθετη περίπτωση οι δύο χώρες κινδυνεύουν να εμπλακούν σε διαμάχες (clashes), ακόμα και σε σύγκρουση (confrontation). 

Ως ήταν αναμενόμενο, συζητήθηκε και το καυτό θέμα του πολέμου στο Ιράν με τις δυο πλευρές να συμφωνούν στην ανάγκη για αποκλιμάκωση, για μη απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν και άνοιγμα των στενών του Ορμούζ στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Πέραν των όσων είδαν το φως της δημοσιότητας  σχετικά με τις συζητήσεις, Πολιτικοί αναλυτές  συμπεραίνουν ότι Taiwan και Ιράν συνδέθηκαν και αποτέλεσαν αντικείμενο «παζαριού – quid pro quo». Με την Κίνα να μην εξοπλίζει το Ιράν και οι ΗΠΑ να μην εξοπλίζουν την Taiwan. 

Στην ήδη ασταθή και ταραχώδη διεθνή σκηνή, όπου ακόμα μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία και στο Ιράν, η διεθνής αμφικτυονία ανάσανε από το αποτέλεσμα της συνάντησης Τράμπ – Xi με την ελπίδα ότι θα αποφευχθεί προς το παρόν μια ακόμα αποσταθεροποιητική κρίση μεταξύ των χωρών τους με ό τι αυτή θα προκαλούσε στις διεθνείς αγορές και το εμπόριο. 

*Πρώην πρέσβης της Δημοκρατίας στην Κίνα