Ένα δοκίμιο των καιρών μας.
«Οι τέχνες, οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η φιλοσοφία και η θεολογία, η ομορφιά· η καθεμιά τους υπάρχει για να εξευμενίζει το πνεύμα, να επιτρέπει στην ανθρωπότητα να ανακαλύπτει και να διεκδικεί ως δική της την ύψιστη μορφή αξιοπρέπειας» (Ρομπ Ρήμεν, «Η παιδεία σαν πρόσκληση», Ινστιτούτο Nexus)
Σε ένα νησί του Αιγαίου, κάπου κοντά στην εκπνοή του καλοκαιριού, ο ποιητής χαίρεται την ηπιότητα της εποχής. Η ομορφιά της φύσης κατευνάζει λογισμούς και εγείρει ερωτήματα στον ίδιο. Τοπίο, υποστηρίζει ο Ελύτης, δεν είναι άλλο από το συνταίριασμα του φυσικού στοιχείου και της γνώσης. “Τοπίο είναι να αφήνεις τη ψυχή σου να γέρνει και να κυβερνά τον τόπο που πατάς.
Τα γράμματα, οι λέξεις και τα σημεία στίξεως είναι κολπίσκοι, κατωφέρειες, μια κάθετη του βράχου” λέει. Εξαίροντας την αρχαία παρουσία του Ελληνισμού σε εδαφικές περιοχές όπως αυτές των νησιών, επισημαίνει την ανάγκη διατήρησης ή ακόμα επαναφοράς της πρωτογενούς φυσικής αλήθειας, αυτής που εγγυάται – και για αιώνες εγγυήθηκε- το καίριο στη ζωή.
«Το καίριο στη ζωή κείται πέραν του ατόμου », υποστηρίζει. Καίριο δεν είναι παρά η εύστοχη και αψεγάδιαστη αντίληψη πραγμάτων αφήνοντας στην άκρη το εγώ ή υπερβαίνοντας το. Σύμφωνα με τον ποιητή οι περισσότεροι στεκόμαστε ή σκοντάφτουμε εντούτοις σ’ ένα « σημείο σταύρωσης », σε μια παρεμπόδιση, σε μια στρέβλωση του ήθους χρόνια και συνεπώς οικεία.
Σε μικρούς ξεμακρυσμένους τόπους, τα χάσματα συρρικνώνονται ή σχεδόν καταργούνται. Ο δούλος σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντα. Και η φύση, το περιβόλι όλων. «Να κόβεις ένα λουλούδι, να το χαίρεσαι και να το εκμεταλλεύεσαι », προσθέτει.
Χειρονομία διττής σημασιολογικής εκφοράς. Η φύση αγκαλιάζει τον άνθρωπο, τον μυεί σε πρακτικές κατευνασμού και κατάνυξης συνάμα. « Να μπαίνει ο πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά με τον ήλιο στην κοιλιά », γράφει, «με μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια και ευωδία λωτού τρυφερότητα».
Υποστηρίζοντας μιαν ηθική της ομορφιάς, που στην ουσία εγγυάται η ερωτική συζυγία με την φύση, ο Ελύτης μνημονεύει την Παριζιάνα της Κνωσού, τη συλλέκτρια των κρόκων της Θύρας, την ωραία Ανδριάνα των Αθηνών και την Κόρη με το ρόδι της Αίγινας.
Όμοια θέση εκφράζει και ο Γιάννης Τσαρούχης μνημονεύοντας τη “Μέδουσα” του Πειρεώς στο Αρχαιλογικό Μουσείο. “Ταπεινό έργο ενός μάστορα (…) υπήρξε για μένα, γράφει, μια Διοτίμα που έβαλε στη θέση τους πολλά πράγματα. Αυτό το ακαδημαϊκό έργο στάθηκε κριτής …” σημειώνει.
Οι άνθρωποι των μικρών τόπων. «Με κρίση καθαρό μαχαίρι » επισημαίνει. Η ευθύτητα και η ευγένεια τους « μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους έδαφος », γράφει χαρακτηριστικά. Αν όμως λόγια και συμφέροντα πολιτικών σκιάσουν αισθήματα και σκέψεις των ανθρώπων, το σύστημα αρίστων που αναζητά, μοιάζει με ουτοπία. Μια δημόσια ζωή να λάμπει σαν μονόπετρο, οραματίζεται ο ποιητής.
Στα μέτρα μιας κοινότητας όπου το κεντητό πουκάμισο, το κιούπι και το χράμι να συνιστούν όπως παλιά αξίες ευπρέπειας. Χρόνια πριν, σε κείμενο του με τίτλο “Νυν και αεί ή ποτέ πια” ο Τσαρούχης στοχάζεται γύρω από την ταυτότητα “στενών” τόπων επισημαίνοντας τον κίνδυνο προστριβών που αυτοί εγκυμονούν:
“Τι φοβερό να γεννηθείς σε ένα χωριό που είναι σταυροδρόμι. Πικρό προνόμιο. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως πολλοί διχασμοί ήταν παγκόσμιοι, άσχετα αν αλλού ήταν πολύ αισθητοί και αλλού πολύ λιγότερο”.Ο Έλληνας ζωγράφος ολοκληρώνει υποστηρίζοντας ότι το αληθινό έργο ενός καλλιτέχνη είναι, μεταξύ άλλων, να αμύνεται, να υψώνει την ελευθερία που την τσακίζουν κάθε τόσο οι αφόρητοι ανταγωνισμοί.
Να ξαναβρούμε την Ελλάδα που κρύβεται βαθειά μέσα μας, προστάζει ο Ελύτης. Και η σκέψη μας καθώς ξανοίγεται, « να γεμίζει τη χούφτα μας με σπόρια της συγκίνησης ». Να ξαναβρούμε την αθωότητα στις μυρωδιές που βγαίνουν από χόρτα και την καθαρότητα μας στο διάφανο μιας νεροσταγόνας.
«Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν βλέπουμε; » διερωτάται. Αγωνιά και θλίβεται συνάμα σαν νοιώθει πια ανίκανος να “γεύεται” εικόνες των πραγμάτων. Θεριεύει από θυμό σαν έρχονται στα αυτιά του μακρήγοροι και ανώφελοι λόγοι πολιτικών. Ένας πολιτικός οφείλει να αρθρώνει ομότυπο λόγο με αυτόν του καλλιτέχνη, δηλαδή να εκφέρει λόγο εμπνευσμένο.
Την ανάγκη προσήλωσης των Ελλήνων σε αξίες και αρχές του γένους τονίζει επίσης ο Τσαρούχης προλογίζοντας κατάλογο αναδρομικής έκθεσης του στο Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης το 1981. Είναι της άποψης ότι ο διακριτός κίνδυνος αλλοτρίωσης της ταυτότητας τους συνιστά παράλληλα κίνδυνο εμπλοκής τους σε ανώφελους φανατισμούς.
Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής, σύμφωνα με τον Ελύτη. Η δικαίωση επέρχεται δια μέσου μιας ορθής έκφρασης. Και ορθή έκφραση δεν είναι άλλο από το εγχείρημα να πραγματεύεται κανείς την αλήθεια: την αλήθεια του μέλλοντος, ενός απώτερου μέλλοντος, του δημοσίου μέλλοντος. Να οραματίζεται κανείς μια φωτεινή αλήθεια ικανή να φωτίσει « την πίσσα της Ευρώπης », όπως λέει, « που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται ».
Ο Ελύτης θέτει ερωτήματα και αναζητά απαντήσεις γύρω από το ζήτημα της θνητότητας των πολιτισμών. Όμοια συλλογιστική γραμμή ακολουθεί μερικές δεκαετίες αργότερα ο Τζωρτζ Στάϊνερ θέτοντας το ζήτημα μιας ενδεχόμενης ευρωπαϊκής αναγέννησης. Υποστηρίζει παράλληλα ότι “η Ευρώπη θα χαθεί αν δεν αγωνιστεί για τις γλώσσες της, τις τοπικές παραδόσεις και τις κοινωνικές αυτονομίες της”.
Επίκαιρο το δοκίμιο του ποιητή. Ένα κάλεσμα σε ανα-στοχασμό της μοίρας μας και της ταυτότητας μας. Μοιάζει με έκφραση μιας νοσταλγίας ακατάλυτης. Δεν είναι παρά μόνο μανιφέστο μιας απώλειας. Χάσαμε τη συγκίνηση, την ισχυρότερη και πιο πολύτιμη αξία του ενδόμυχου. « Ας περπατήσουμε μέσα στον εαυτό μας », έλεγε χρόνια πριν στον Ελύτη ο Άγγελος Σικελιανός στα Γράμματα εις ευατόν. « Το μέγα βουνό του Ολύμπου βρίσκεται μέσα μας ».
Tα δημόσια και τα ιδιωτικά γράφτηκαν από τον Οδυσσέα Ελύτη την περίοδο 1983 -89 όταν ο ποιητής ήταν αντίστοιχα 72 με 78 χρόνων. Τυπώθηκαν σε αυτόνομη έκδοση το Μάιο του 1990 και κυκλοφόρησαν σε βιβλιοπωλεία τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Αποτελούν μέρος του δεύτερου τόμου των πεζών του Ελύτη που με τον τίτλο Ελ λευκώ κυκλοφόρησαν το Δεκέμβριο του 1992.
Πηγές:
- Οδυσσέας Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Ίκαρος / Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Αθήνα, 2011.
- Γιάννης Τσαρούχης, Ανάμεσα σε ανατολή και δύση, Άγρα, Αθήνα, 2000.
- Τζωρτζ Στάϊνερ, Η ιδέα της Ευρώπης, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, Αθήνα, 2021.
Ελεύθερα, 17.05.2026