Η ιστορία των τριών γυναικείων μορφών που πρωταγωνιστούν στην έκθεση «Μεσαιωνική Λευκωσία: Γενέθλια Πόλη».

Τρεις γυναικείες προσωπικότητες του 16ου αιώνα έδωσαν έμπνευση ώστε να γραφτεί ένα ποίημα για την καθεμιά και την ιστορία της. Στη συνέχεια διαβάζοντάς τα ένας οίστρος δημιουργίας συνεπήρε τον εμπνευσμένο σκηνοθέτη Πέτρο Χαραλάμπους, που δεν τις είδε απλώς σκηνοθετικά αλλά εικαστικά και ενδυματολογικά.

Μύησε έτσι και τον θαυμαστό ενδυματολόγο Λάκη Γενεθλή για τη δημιουργία  μιας έκθεσης με ποίηση, ένδυμα, σκηνοθεσία, φωτισμό, ηθοποιία, μουσική. Είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι χωρίς τον μόχθο, το όραμα και γενικά τον δραστήριο χαρακτήρα της διευθύντριας του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών Αλίκης Στυλιανού και του συνεργάτη της Ερωτόκριτου Φάχμι δεν θα έπαιρνε σάρκα και οστά αυτό που συνέλαβε ο σκηνοθέτης μέσα από τις διηγήσεις  και την ποίησή μου γι’ αυτές τις τρεις γυναικείες μορφές.

Τα τρία αυτά πρόσωπα δεν τα είχα φωτίσει απλά και μόνο με αρχειακή έρευνα, αλλά ήταν σαν να συνομίλησα και βίωσα μαζί τους τα όσα εκείνες βίωσαν τον 16ο αι. και τα όσα βίωσε η Κύπρος και, στην προκειμένη περίπτωση, οι γυναίκες της όχι μόνο το 1570-71 αλλά και το 1974.

Οι οικογένειες των τριών αυτών γυναικών διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Κύπρου, αφού οικοδόμησαν ιδίοις εξόδοις κάποιους προμαχώνες του οχυρωματικού περιβόλου της Λευκωσίας και μέλη τους έπεσαν ή αιχμαλωτίστηκαν υπερασπιζόμενα την πρωτεύουσα, ήταν προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών, κάποια μέλη τους κληροδότησαν επίσης γραπτά έργα για τον πόλεμο της Κύπρου 1570-71 ή άλλοι διέπρεψαν αργότερα στη Βενετία και έγιναν είτε οικονομικά εύρωστοι ως έμποροι, είτε καθηγητές πανεπιστημίου και ευεργέτησαν τους ομοεθνείς και την πατρίδα τους. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες αυτές  συνδέονται με μέγαρα, ναούς, μονές και άλλα τοπόσημα της Λευκοθέας/ Φωτολάμπουσας πρωτεύουσάς μας και είναι αδιάψευστοι μάρτυρες των δεινών του πολέμου.

                                          Έλενα Δενόρες

                                         Είχα δυο χείλη  κοραλλένια κάποτε

                                       Που σ’ ένα μαδριγάλιο

                                 Τα ύμνησε ο Ζιαντομένικο από την Καλαβρία

Η Έλενα Δενόρες καταγόταν εκ πατρογονίας από τη μεγάλη ομώνυμη κυπριακή οικογένεια με απώτερες νορμανδοαγγλικές ρίζες, ενώ εκ μητρογονίας από τη σπουδαία οικογένεια των Verny Monteleone από την Καταλονία της Ισπανίας, που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο στα τέλη του 13ου αιώνα και συνδέθηκε μεταξύ άλλων και με τους Παλαιολόγους του Βυζαντίου.

H Έλενα ήταν η μόνη γυναίκα στην οποία αφιέρωσε ο μουσικοσυνθέτης Giandomenico Martοretta ένα μαδριγάλιο, ενώ τα άλλα τα αφιέρωσε σε άνδρες φεουδάρχες και γνωστές προσωπικότητες τότε της Κύπρου. Στο μαδριγάλιο μεταξύ άλλων η Έλενα αποκαλείται νέα κόρη της Λήδας, είναι δηλαδή μια άλλη ωραία Ελένη.     

Αρχειακό υλικό μού γνωστοποίησε πληθώρα στοιχείων για τη γυναίκα που ενέπνευσε τον Martοretta, όπως για τη σχέση της με το μέγαρο των Ποδοκάθαρων (οικία Χατζηγεωργάκη) όπου κατοικούσε η αδελφή της Λουκρητία, για τον προμαχώνα Ποδοκάθαρο που οικοδόμησε ο γαμπρός της Λίβιος, για τον προμαχώνα Ντάβιλα όπου σκοτώθηκε ο σύζυγός της υπερασπιζόμενος τη Λευκωσία το 1570.

Απεικόνιση της Έλενας Δενόρες στην έκθεση.

Πληροφορήθηκα στοιχεία για τον προμαχώνα Rochas που οικοδόμησε ο θείος του συζύγου της, για τη δυναμική αδελφή της,  τη signora Andriana, που εκμίσθωνε με την πεθερά της την περιοχή της Λεύκας, της οποίας το μέγαρο κοντά στην Πύλη Πάφου κατεδαφίστηκε το 1567, γιατί είχε μείνει έξω από τα νέα τείχη, για την αιχμαλωσία της από τους Οθωμανούς και την απελευθέρωσή της.

Η Έλενα παντρεύτηκε τον Πέτρο, γιο του Μάρκου Συγκλητικού, αυθέντη της Λάρνακας και της Αραδίππου, γιο του κόμη Rochas Ιάκωβου και εγγονό του κτήτορος του Αγίου Μάμαντος Μόρφου, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Μάρκο. Οι δυο αδελφοί της Ιάσονας και Ιερώνυμος φονεύθηκαν στην πολιορκία της Λευκωσίας  κι αυτή μαζί με τον γιο της, τις αδελφές της και τα παιδιά τους αιχμαλωτιστήκαν και, όταν με λύτρα ελευθερωθήκαν, έφθασαν στη Βενετία όπου έγινε η δεύτερή τους πατρίδα.

Εκεί, η μοίρα την  έφερε κοντά στον Ιάκωβο Στράμπαλη, γιο του πάλαι ποτέ βισκούντη Λευκωσίας Διομήδη Στράμπαλη και κατόχου του ομώνυμου χρονικού, που υπερασπίστηκε την Αμμόχωστο και με την παράδοση της πόλης δραπέτευσε και έφθασε και αυτός πρόσφυγας στη Βενετία. Μαζί του η Έλενα απέκτησε τρεις θυγατέρες τις Λουκρητία, Λάουρα και Περιστέρω. Εμπνεύστηκα από τον βίο της κι έγραψα ένα ποίημα ωστόσο θα μπορούσε για τη ζωή της  να συνταχθεί ογκώδες μυθιστόρημα.

                              Λουκρητία Λασσέ

                          Τότε φτερούγιζε η ψυχή μου                         

                              Στης Κύπρου τα νερά

                             Και στη γενέθλια πόλη Λευκωσία …

Η Λουκρητία Λασσέ καταγόταν από την ομώνυμη φραγκική οικογένεια, μια από τις πιο σημαντικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ήδη από τις απαρχές της Φραγκοκρατίας. Η μητέρα της ήταν η Μήδεια Σωζομένου, ελληνικής και ορθόδοξης οικογένειας της μεγαλονήσου. Ο πατέρας της Πέτρος ήταν πρωτότοκος γιος του Τιβέριου Λασσέ κι έτσι κληρονόμησε το χωριό Ψημολόφου, την Κάτω Δευτερά και το Τρυπί, ένα χωριό κοντά στο Τσέρι, που χάθηκε στο διάβα των αιώνων. Το μέγαρο της οικογένειας ήταν κοντά στον χώρο που οικοδομήθηκε ο προμαχώνας Φλάτρο, γι’ αυτό χρειάστηκε να κατεδαφιστεί.

Η Λουκρητία ήταν η πρωτότοκη και ακολουθούσαν οι αδελφές της  Κορνηλία και Μαρία. Το 1569 ήταν ήδη έφηβη μόλις δεκαέξι ετών και ο πατέρας της τη μνήστευσε με τον Πέτρο, γιο του Θωμά Συγκλητικού. Ο Πέτρος ήταν δισεγγονός του πρώτου κόμη Rochas, Ευγένιου Συγκλητικού, κτήτορα του Αγίου Μάμαντος Μόρφου και γιος του βισκούντη Λευκωσίας Θωμά Συγκλητικού.

Ο πατέρας της Λουκρητίας ως προίκα στον γάμο της αγόρασε ένα διάσημο μέγαρο της Λευκωσίας, που ανήκε στη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο, καταβάλλοντας 3500 χιλιάδες δουκάτα στους κληρονόμους της. Μετά από λίγους μήνες εισέβαλαν οι Οθωμανοί στην Κύπρο,  σκοτώθηκε ο σύζυγος και οι δικοί της ενώ η Λουκρητία με τις αδελφές της αιχμαλωτίστηκαν και μεταφερθήκαν σκλάβες στην Κωνταντινούπολη.          

Απεικόνιση της Λουκρητίας Λασσέ στην έκθεση.

Είκοσι ολόκληρα χρόνια έζησε ως σκλάβα έως το 1590, όταν κάποιοι συγγενείς την ελευθέρωσαν με λύτρα και τότε, ρακένδυτη και πάμπτωχη, έφθασε στη Βενετία. Αυτή τη φορά όμως η τύχη φάνηκε κάπως να της χαμογελά, γιατί ανέλπιστα ήταν κι αυτή κληρονόμος μαζί με άλλους συγγενείς της προγιαγιάς της, Ισαβέλλας ή dama Bella, που είχε μεγάλα ποσά επενδύσει στην Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου της Γένοβας.

Η αναζήτηση στοιχείων για τον πολύπλαγκτο βίο της μού επεφύλαξε κάτι που δεν είχε επιτευχθεί έως τότε, ώστε κατόρθωσα να ταυτίσω τη Λουκρητία Λασσέ με στοιχεία που αναφέρονταν σε μια ομώνυμή της με το επίθετο Λαξέ, το επίθετο της οποίας, όπως τεκμηρίωσα, αποδόθηκε σύμφωνα με το βενετικό ιδίωμα όπου το s μετατρέπεται σε x (casa- caxa, Lassè- Laxè). Ακόμη πιο μεγάλη ανακάλυψη ήταν η ως δια μαγείας συνάντησή μου με την προσωπογραφία της ευγενούς καταγωγής αυτής Λευκωσιάτισσας σε μια εικόνα– κειμήλιο, υψίστης σημασίας για την Κύπρο, που βρίσκεται στο Μουσείο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βελιγράδι.

Η εικόνα  τιτλοφορείται «Η Ανάσταση του Χριστού» και, όπως τεκμηρίωσα, έγινε από τον χρωστήρα ενός άλλου Κυπρίου που έφθασε κι αυτός πρόσφυγας στη Βενετία, του μεγάλου ζωγράφου Ιωάννη του Κυπρίου, ο οποίος αγιογράφησε τον θόλο του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη πόλη των τεναγών.

«Η Ανάσταση του Χριστού» του Ιωάννη του Κύπριου στο Μουσείο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Κάτω εικονιζεται η Λουκρητία Λασσέ

Πρόκειται για μια εικόνα- τάμα, όπως αναγράφεται στην ιταλική στο κάτω μέρος της, την οποία υποσχέθηκε η Λουκρητία όταν θα ελευθερωνόταν. Πώς βρέθηκε, αλήθεια, σε ξένη χώρα αφού είχε δωρηθεί στη γυναικεία μονή της Santa Maria Maggiore στη Βενετία; Αυτή όμως η ιστορία της εικόνας είναι μια άλλη, εξίσου περιπετειώδης διήγηση σαν τον βίο της γυναίκας που τη δώρισε. Η Λουκρητία Λασσέ ή Λαξέ, θυγατέρα του Πέτρου και της Μήδειας Σωζομένου, πέθανε στις 13 Μαΐου 1629 σε ηλικία 75 ετών μακριά από τον γενέθλιο τόπο της, αφήνοντας εύλογα μεταξύ άλλων στη διαθήκη της χρήματα για απελευθέρωση Κυπρίων αιχμαλώτων.

                                    Κατερίνα Φλαγγή

                         Άδραξα το ματωμένο μου σπαθί και όρμησα έξω

                             Όμως δεν είχα πόδια πια στο σώμα μου

                             ενώ στην πλάτη μου θρόιζαν δυο τεράστιες

                              λευκές φτερούγες…

Η Κατερίνα Φλαγγή καταγόταν από τη μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Κύπρου που έδωσε ιερείς, πρωτοπαπάδες και επισκόπους όπως, τον Λευκωσίας (Σολέας) Ιωάννη, τον Λεμεσού (Λευκάρων) Στέφανο, τον Πάφου (Αρσινόης) Κωνσταντίνο. Η οικογένειά της μαρτυρείται  στη μεγαλόνησο από τον 15ο αιώνα και μέλη της διέπρεψαν επίσης στη Βενετία ως Φλαγγίνη, με σημαντικότερο τον εθνικό ευεργέτη Θωμά Φλαγγίνη.

Η Κατερίνα ήταν θυγατέρα του Πέτρου Φλαγγή και ανεψιά του ορθοδόξου επισκόπου Πάφου Κωνσταντίνου Φλαγγή, υμνογράφου και λογίου ιεράρχη. Αυτός τέλεσε την τελευταία  λειτουργία στην Παναγία την Οδηγήτρια, καθεδρικό ναό των Ορθοδόξων από τα βυζαντινά χρόνια, πριν πέσει η πόλη στα χέρια των Οθωμανών.

Όταν η Κατερίνα αντιλήφθηκε πως δεν υπήρχε σωτηρία και ότι σε λίγο η πόλη θα έπεφτε στα χέρια του εχθρού, δεν θέλησε να βιώσει την αιχμαλωσία, να την ατιμάσουν ή να την πωλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Πήρε τότε ένα ψαλίδι, έκοψε τα μαλλιά της, φόρεσε ρούχα ανδρικά, άρπαξε  ένα κοφτερό σπαθί, χύμηξε έξω κραδαίνοντάς το κατά των εχθρών έως τη στιγμή που έπεσε άπνους από οθωμανικό ξίφος.

Απεικόνιση της Κατερίνας Φλαγγή στην έκθεση.

Ο πατέρας της, όταν οι Οθωμανοί πολιορκούσαν τη Λευκωσία υπερασπίστηκε τη πόλη επί του προμαχώνα Φλάτρο, εκεί που κάποτε ήταν οικοδομημένο το μέγαρό τους. Στρατιωτικός διοικητής του ήταν ο Φίλιππος da Μilan και υπολοχαγός του ο Φραγκίσκος Σοδερίνης, κοντά στον οποίο υπηρετούσε ως δεκανέας. Ο στρατιωτικός διοικητής φονεύθηκε επί του προμαχώνα όπως και πολλοί άλλοι, ενώ ο Σοδερίνης αιχμαλωτίστηκε και μετά την απελευθέρωσή του έγινε ένας από τους πιο σπουδαίους Κύπριους εμπόρους στη Βενετία.

Ο πατέρας της Κατερίνας γλίτωσε, κατέφυγε στη Δύση και γνωστοποίησε στον αυτοκράτορα της Αυστρίας τα όσα προσέφερε η οικογένειά του στην υπεράσπιση της Λευκωσίας, δηλαδή ότι ο ίδιος πολέμησε στην πρωτεύουσα, ότι ο αδελφός του επίσκοπος Πάφου εμψύχωνε τους μαχητές και έπεσε στην πολιορκία και, κυρίως, ποιο ήταν το τέλος της ηρωίδας έφηβης θυγατέρας του Κατερίνας.

* Η Νάσα Παταπίου είναι ποιήτρια, ιστορικός-ερευνήτρια

Ελεύθερα, 20.5.2026