Όσοι έτυχε να γνωρίσουν τον Δημήτρη Δωρίδη του Ελλαδίτη ιστορικού και συγγραφέα Μιλτιάδη Χατζόπουλου ξέρουν πως τα χρόνια της ΕΟΚΑ του ’55 δεν ήταν εύκολα για τους εφήβους της εποχής.

Στο μυθιστόρημά του «Εν μέρει Ελληνίζων» που κυκλοφόρησε το 2009 από την ΕΣΤΙΑ, ο πατέρας του 13χρονου Δημήτρη αποφασίζει να πάρει τον γιόκα του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, «θερμοκήπιο ταραξιών» τότε, και να τον εγγράψει στην Αγγλική Σχολή. Αλλά και ο Λώρενς Ντάρρελ στα «Πικρολέμονά» του λέει πως στο Παγκύπριο δεν έκαναν «τίποτε άλλο παρά να τραγουδούν εθνικιστικά τραγούδια και να πηγαίνουν στις διαδηλώσεις». Μπορεί βέβαια να έφταιγε γι’ αυτό ο καθηγητής των Νέων Ελληνικών στην Ε’ τάξη, ο επίσης μυθιστορηματικός Αλέξης Μπαλαφάρας, ήρωας του Ρόδη Ρούφου στη «Χάλκινη Εποχή».

Όπως και να είχαν τότε τα πράγματα, σίγουρο είναι πως οι συνθήκες ενηλικίωσης στις συμμετέχουσες στον αγώνα οικογένειες, ή τουλάχιστο στις φιλικά προσκείμενες, ήταν διαφορετικές απ’ εκείνες που επικρατούσαν σε σχετικά αποστασιοποιημένες αστικές οικογένειες, αν είναι να κρίνουμε κι από τις ημερολογιακές σημειώσεις της συζύγου του Τέιλορ Μπέλτσερ, προξένου τότε της Αμερικής στη Λευκωσία, όπου η Έντιθ Μπέλτσερ αναφέρεται στη συνάντησή της, ένα πρωϊνό του Γενάρη του ’58, με μια σειρά από ντόπιες μεγαλοαστές, για να εκφράσει στη συνέχεια την απορία της γι’ αυτό που τις απασχολούσε, τη δυσκολία να βρουν μια «British nanny» για τα βλαστάρια τους.

Αυτά στο βιβλίο «The Final Days of British Rule in Cyprus» του Τέιλορ Μπέλτσερ, οι τελευταίες μέρες της βρετανικής κυριαρχίας, που φαίνεται πως δεν ήταν και τόσο τελειωτικές, αλλιώς οι κομματικοί αντίπαλοι του μεγαλύτερου σήμερα κόμματος στην ανεξάρτητη πια Κύπρο δεν θα μπορούσαν να το αποκαλούν «Λέσχη αποφοίτων του English School». Κάτι που φαίνεται να έχει ιστορική βάση, αν είναι να πιστέψουμε όσα αναφέρει σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Αντώνη Αντωνίου ένας «εις διπλούν» ιστορικός, ο ενενηκοντούτης σήμερα Κυριάκος Βασιλείου, απόφοιτος ο ίδιος της Αγγλικής Σχολής και στη συνέχεια καθηγητής εκεί για δεκαετίες, στο μάθημα της Ιστορίας.

«Ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις μέχρι τη δεκαετία του 1950 που απόφοιτοι της ΑΣ πήγαιναν στη Βρετανία για σπουδές. Όμως το 1956 οι Άγγλοι έδωσαν, για πρώτη φορά, ένα μεγάλο αριθμό υποτροφιών. Οι λόγοι ήταν καθαρά πολιτικοί. Ήλπιζαν να δημιουργήσουν μια ομάδα αγγλόφιλων για να επηρεάζουν την Κύπρο τα χρόνια που θα έρχονταν ακόμη και αν αποχωρούσαν».

Βέβαια υποτροφίες για σπουδές μοίρασαν απλόχερα στους αδέσμευτους Κυπρίους των ’60s και πολλοί άλλοι. Ωστόσο οι προνοητικοί Βρετανοί φαίνεται να πόνταραν από νωρίς στην καθοριστική εφηβική ηλικία. Όπως και πάλι μαρτυρεί ο κος Βασιλείου, «η ΑΣ είχε οικοτροφεία και εξ ανάγκης πολλοί μαθητές (περίπου το ένα τρίτο) ζούσαν στα 3 οικοτροφεία. O κυριότερος λόγος που οι Βρετανοί δημιούργησαν τα τρία οικοτροφεία (και ήθελαν να κτίσουν και άλλα) ήταν να έχουν τους μαθητές κάτω από τον έλεγχο τους για να τους εμφυσήσουν την Αγγλική ατμόσφαιρα».

Ο ίδιος έζησε σε ένα από τα οικοτροφεία και αποφοίτησε το 1954, λίγο πριν την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ, σε αντίθεση με τον ακαδημαϊκό και συγγραφέα Μιλτιάδη Χατζόπουλο, που αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962, για να διαπρέψει στη συνεχεία στη Γαλλία. Στους αναγνώστες της γνωστής «κυπριακής» τριλογίας του («Εν μέρει ελληνίζων», «Ο Περατικός», «Νόστου πάθη») εντύπωση κάνουν οι γνώσεις του για τις πόλεις, τα τοπία και τους ανθρώπους της Κύπρου, παρά το γεγονός πως την επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 1973! Χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα μπορούσε να υπάρχουν κάποιες κοινωνικές ή ιστορικές αναλογίες ανάμεσα στο ιδιάζον νομικό καθεστώς της Αγγλικής Σχολής και το Κολλέγιο Αθηνών, «Ελληνοαμερικανικόν Σχολείον» αρχικά.

Ενδιαφέρουσα ωστόσο παραμένει η πληροφορία πως τον Σεπτέμβρη του 1974 άρχισαν να φοιτούν εκεί, στο οικοτροφείο του Κολλεγίου, 30 προσφυγόπουλα από την Κύπρο, με υποτροφία αξίας 1.000.000 δρχ. το καθένα!

Ελεύθερα, 17.5.2026