Ολόκληρο Γολγοθά πρέπει να ανεβούν οι ασθενείς που χρειάζονται υπηρεσίες ενδοκρινολόγου αφού, εάν αναζητήσουν ραντεβού εντός ΓεΣΥ, στην καλύτερη περίπτωση θα πάρουν ημερομηνία σε τρεις με πέντε μήνες ενώ αν αποταθούν σε εκτός ΓεΣΥ γιατρό θα τους δοθεί ραντεβού σε έναν με τρεις μήνες.
Στο δε δημόσιο, τα ραντεβού έφθασαν αυτή τη στιγμή τον Δεκέμβριο του 2026, ενώ ιδιώτες γιατροί του ΓεΣΥ, είτε δίνουν ημερομηνίες μέχρι τον Μάρτιο του 2027, είτε, σε κάποιες περιπτώσεις, ενημερώνουν ότι «δεν δέχονται νέους ασθενείς».
Εντός ΓεΣΥ, εξήγησε στον «Φ» ο γραμματέας της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, Μίλτος Μιλτιάδους, «υπάρχουν 30 διαθέσιμοι ενδοκρινολόγοι. Εκτός Συστήματος υπάρχουν γύρω στους 15 γιατρούς της συγκεκριμένης ειδικότητας. Οι δικαιούχοι του ΓεΣΥ, που πάνω-κάτω αριθμούν όσο και ο πληθυσμός της Κύπρου, έχουν φθάσει το ένα εκατομμύριο. Δεν χρειάζεται και η πιο δύσκολη μαθηματική πράξη για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος του προβλήματος και αυτό, μάλιστα, σε μια χώρα όπου ποσοστό πέραν του 10% πάσχει από διαβήτη, ενώ και σημαντική αύξηση καταγράφεται κάθε χρόνο και στα ζητήματα που αφορούν τον θυρεοειδή».
Αυτό το πρόβλημα, «της έλλειψης, δηλαδή, ενδοκρινολόγων στην Κύπρο το έχουμε εντοπίσει εδώ και χρόνια και έχει αναγνωριστεί και από το υπουργείο Υγείας και από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας και από τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο. Δυστυχώς, όμως, δεν έχει επιλυθεί με αποτέλεσμα οι ασθενείς να εξακολουθούν να ταλαιπωρούνται».
Δυστυχώς, είπε ο κ. Μιλτιάδους, «εξακολουθούν να εφαρμόζονται από τον ΟΑΥ κάποιοι περιορισμοί οι οποίοι, μάλλον επιβαρύνουν ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. Για παράδειγμα και ενώ χρόνιοι ασθενείς, όπως οι διαβητικοί θα μπορούσαν να εξυπηρετούνται από τον προσωπικό τους γιατρούς, όταν δεν συντρέχουν ιατρικοί λόγοι, στο σύστημα εφαρμόζονται απαγορεύσεις που επιβάλλουν την παραπομπή των ασθενών σε ενδοκρινολόγο».
Για παράδειγμα, «ενώ ο προσωπικός γιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει για συγκεκριμένο ενέσιμο φάρμακο για τον διαβήτη, δεν έχει τη δυνατότητα να το πράξη για αντίστοιχο σκεύασμα. Την ίδια ώρα, για διάφορες κατηγορίες ασθενών για τους οποίους θεωρείται επιβεβλημένη η τακτική εξέταση της βιταμίνης D, οι προσωπικοί γιατροί δεν μπορούν να συνταγογραφήσουν και χρειάζεται να γίνει συνταγογράφηση από γιατρό με ειδικότητα την ενδοκρινολογία ή άλλων ειδικό».
Αυτά, είπε ο κ. Μιλτιάδους, «μάλλον προκαλεί αχρείαστη κινητικότητα εντός ΓεΣΥ διότι όλοι αυτοί οι ασθενείς, από τη στιγμή που δεν τίθεται θέμα ασφάλεια τους και δεν συντρέχουν λόγοι που να επιβάλλουν την παραπομπή τους σε ειδικό, θα μπορούσαν να εξυπηρετούνται από τον προσωπικό τους γιατρό και να μην επιβαρύνονται οι λίστες αναμονής των ενδοκρινολόγων».
Στη δε περίπτωση των διαβητικών, πρόσθεσε, «παρατηρούμε και το φαινόμενο, προσωπικοί γιατροί που κατέχουν την εξειδίκευση/ειδικό ενδιαφέρον της διαβητολογίας, αλλά δεν μπορούν να συνταγογραφήσουν για τους διαβητικούς ασθενείς τους και επιβάλλεται να παραπέμψουν σε ενδοκρινολόγο ή άλλο ειδικό γιατρό (συγκεκριμένων ειδικοτήτων)».
«Δεν δέχεται νέους ασθενείς»
Το τελευταίο διάστημα, είπε ο κ. Μιλτιάδους, στην ΟΣΑΚ φθάνουν αρκετά παράπονα ασθενών οι οποίοι απευθύνονται σε ενδοκρινολόγους για να διευθετήσουν ραντεβού και ενημερώνονται ότι «ο γιατρός δεν δέχεται νέους ασθενείς». Αυτό, «δημιουργεί ακόμα πιο μεγάλα προβλήματα».
Ως ΟΣΑΚ, «εκείνο που λέμε είναι ότι ήρθε η ώρα το υπουργείο Υγείας και ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος να αναλάβουν δράση ώστε να ενθαρρυνθούν γιατροί που αποφοιτούν από τις ιατρικές σχολές να ακολουθούν την ειδικότητα της ενδοκρινολογίας. Να παραχωρηθούν κίνητρα ή ότι άλλο χρειαστεί, διότι σίγουρα οι πολίτες δεν μπορούν να συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται με αυτό τον τρόπο».
Παράλληλα, «ο ΟΑΥ πρέπει επιτέλους να αγγίξει το θέμα των περιορισμών, απαγορεύσεων και κανονισμών που εντάχθηκαν στο Σύστημα, στην αρχή της εφαρμογής του για λόγους διαχείρισης των καταχρήσεων και να προχωρήσει σε αναθεώρηση τους εκεί και όπου πρέπει. Το έχουμε θέσει πολλές το ζήτημα των περιορισμών, κυρίως των οριζόντιων περιορισμών αλλά, δυστυχώς, δεν έχουν γίνει και πολλά πράγματα επί της ουσίας του προβλήματος».
Μπορεί, για παράδειγμα, «τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του ΓεΣΥ να είχαμε κατάχρηση σε ό,τι αφορά την εξέταση για βιταμίνη D, αλλά δεν γίνεται να συνεχίσουμε σχεδόν επτά χρόνια μετά με το ίδιο σύστημα και να ταλαιπωρούμε χιλιάδες χρόνιους ασθενείς χωρίς να προχωρούμε σε κάποια αναθεώρηση των απαγορεύσεων».