Η Μαρίνα Ξενοφώντος εκπροσωπεί την Κύπρο στην 61η Διεθνή Έκθεση Τέχνης – La Biennale di Venezia με μια ατομική έκθεση νέων έργων υπό τον τίτλο «It Rests to the Bones», σε επιμέλεια του Kyle Dancewicz.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την Πέμπτη 7 Μαΐου με ζωντανή εκτέλεση του ηχητικού έργου «You presented the most beautiful. And the most beautiful is the wound on your chest» (2026) από τον συνεργαζόμενο καλλιτέχνη Παναγιώτη Μηνά, μια επιτέλεση που κράτησε τον κόσμο έξω, κατά μήκος του καναλιού, σαν τελετή μύησης για αυτό που συνέβαινε μέσα.

Μπαίνοντας στο Κυπριακό Περίπτερο σε ξαφνιάζει το πόσο άδειος είναι ο χώρος. Το βλέμμα σκαλώνει στο χαμηλό ταβάνι με τα γυαλιστά ξυλόφυλλα, παράταιρο τόσο με την αρχιτεκτονική υπόσταση του χώρου που το φιλοξενεί, όσο και την αναμενόμενη λευκότητα ενός εκθεσιακού χώρου.

Μαρίνα Ξενοφώντος, Interior of a Nightclub, 2026. Ψευδοροφή από έλατο και άλλα ανακτημένα ξύλινα φύλλα, καπλαμάς μαόνι. Διαστάσεις μεταβλητές. Φωτο: Jacopo La Forgia © Μαρίνα Ξενοφώντος. Ευγενική παραχώρηση.

Ένας μικρός θόλος δεν αποκαλύπτει τίποτα πέραν από τον τοίχο που επικάλυψε. Στο δεξί τοίχο μια σειρά φώτων ενεργοποιείται με την προσέγγισή σου, μέρος ενός επιτοίχιου γλυπτού που εκπέμπει ό,τι μοιάζει με κωδικοποιημένο, επείγον μήνυμα προς έναν άγνωστο παραλήπτη. Μέχρι να εκνευριστείς ή να εφησυχαστείς επειδή προφανώς ο παραλήπτης δεν είσαι εσύ, ακούς κάποιες γυναικείες φωνές να συγχρονίζονται και να τραγουδούν συνθέσεις που ηχούν παραδοσιακές. Στέκεις μετέωρος. Ο χώρος και ο χρόνος, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, έχουν ήδη διπλωθεί το ένα μέσα στο άλλο.

Προχωρώντας ανακαλύπτεις ένα μικρό ξύλινο τραπέζι με ένα ανιματρονικό γλυπτό ενός ετοιμοθάνατου σπουργιτιού που πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή (Passer, 2026), αφημένο να ξαπλώνει στην πλάτη να κινεί αδίκως τα άκρα και το στόμα του.

Οι φωνές των γυναικών σαν ξαφνικά να γίνονται η δική του φωνή. Το εύθραυστο σύνορο μεταξύ του ζωντανού και του άψυχου λεπταίνει. Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ μέσα κατοικούν φαντάσματα, και τα φαντάσματα συνήθως εμφανίζονται με κώδικες, διεκδικούν σώματα που δεν είναι δικά τους και όλο και κάτι ζητούν.

Όπως και το σπουργίτι, που η μηχανική φύση του δεν το αφήνει να πεθάνει, τον πίνακα με τα κωδικοποιημένα μηνύματα, και το παράταιρο ταβάνι, έτσι και αυτά μας προκαλούν να ανασκάψουμε στη μνήμη για να βρούμε το νήμα που θα τους επιτρέψει να διεκδικήσουν ένα μέρισμα στο παρόν για να τελειώσουν, ίσως, με αυτό που εκκρεμεί. Στο μεταξύ ο ήχος στα ηχεία έχει αλλάξει, έγινε ηλεκτρονικός, πιο δυνατός, πιο σύγχρονος και κυρίως, χωρίς ανθρώπινη φωνή.

Μαρίνα Ξενοφώντος, Threads, 2026, λεπτομέρεια. Χαλκός, ατσάλι, κινητήρες, ηλεκτρικός πίνακας. 21 στοιχεία· το καθένα 61 × 44 × 48 εκ. Φωτο: Jacopo La Forgia © Μαρίνα Ξενοφώντος. Ευγενική παραχώρηση.

Η αίσθηση αυτή της ολίσθησης ανάμεσα σε κατηγορίες – ζωντανό και άψυχο, παρόν και απόν, ανθρώπινο και μηχανικό – δεν είναι τυχαία στη δουλειά της Ξενοφώντος, που διερευνά εδώ και χρόνια το πώς αυτές οι εύθραυστες διαιρέσεις αναπαράγονται, ελέγχονται και συντηρούνται αμείλικτα.

Μέσα από τα έργα της χαρτογραφεί τις σημαντικές πολιτικές συνέπειες των διάφορων δυϊσμώνπου παράγουμε για να νιώθουμε ασφαλείς, ή για να αναπαράγουμε τον κόσμο κατά την εικόνα μας. Δεν είναι τυχαίο που ασχολείται εδώ και χρόνια με το ζήτημα του σωσία, των ψηφιακών άβαταρ και του αντικατοπτρισμού, δημιουργώντας έργα όπως τον χαρακτήρα «Twice» (Διπλή) για ένα βιντεοπαιχνίδι και μια ξύλινη κούκλα που κοιτάζει τον εαυτό της σε ένα καθρέφτη, κάτω από τον γενικό τίτλο «Twice Upon a While» (2018 – 2025).

Στην παρούσα έκθεση, η ενασχόληση της Ξενοφώντος με το διπλό και τον αντικατοπτρισμό βρίσκει έναν νέο άξονα. Το ερώτημα μετατοπίζεται τώρα στη γλυπτική φόρμα ως φορέα μνήμης και ιστορικού ίχνους: πώς το γλυπτό όχι μόνο καταγράφει αλλά και διαπραγματεύεται τον ενδιάμεσο χώρο, τον χώρο δηλαδή ανάμεσα στο παρόν και αυτό που έχει χαθεί.

Παράλληλα, η έκθεση διερευνά τη δυνατότητα της γλυπτικής να λειτουργεί ως εναλλακτική υποδομή: να ενσωματώνει και να συγκεντρώνει νέες οργανωτικές δυνατότητες που δεν αναπαράγουν τις υπάρχουσες ιεραρχίες αλλά τις ανατρέπουν από μέσα.

Όπως μαθαίνουμε από τον οδηγό της έκθεσης, εδώ αναπαράγει την οροφή του νυχτερινού κέντρου Perroquet, που μετά την τουρκική εισβολή του 1974, παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένο στην «πόλη φάντασμα» της Αμμοχώστου.

Η καλλιτέχνης είδε αυτή την οροφή σε μια φωτογραφία που κυκλοφόρησε από το εσωτερικό του κέντρου το 2020, απαθανατίζοντας τόσο την ρημαγμένη πίστα του όσο και τις τοιχογραφίες του Χριστόφορου Σάββα που το στόλιζαν. Το Perroquet, σε κυριολεκτική μετάφραση «παπαγάλος», έγινε για την καλλιτέχνη «εμβληματικό της μεταποικιακής υπόσχεσης της Κύπρου», μια υπόσχεση που δεν πραγματοποιήθηκε ή ίσως βρίσκεται σε μόνιμη αναβολή.

Μαρίνα Ξενοφώντος, Threads, 2026, λεπτομέρεια. Χαλκός, ατσάλι, κινητήρες, ηλεκτρικός πίνακας. 21 στοιχεία· το καθένα 61 × 44 × 48 εκ. Φωτο: Jacopo La Forgia © Μαρίνα Ξενοφώντος. Ευγενική παραχώρηση.

Η αντιγραφή του ταβανιού φαίνεται να “παπαγαλίζει” την υπόσχεση, δημιουργώντας ένα πλαίσιο για να διερωτηθούμε για το κατά πόσο υπάρχει ακόμα σαν ενδεχόμενη πορεία πλεύσης, ή αν τελικά το φάντασμα αυτό πρέπει να βρει ένα άλλο σώμα.

Η υπόσχεση ως συνθήκη έχει από μόνη της μια ενδιαφέρουσα χροιά, αφού προϋποθέτει συνέχεια και συνέπεια στον χώρο και τον χρόνο, κάτι που επίσης είναι βασικό στο όλο πλαίσιο που προτείνει η Ξενοφώντος.

Η έκθεση συνοδεύεται από δημοτικά τραγούδια σε ερμηνεία των αδελφών Αγησιλάου – ηλικιωμένων γυναικών από την οικογένεια της Ξενοφώντος –, που ηχογραφήθηκαν για πρώτη φορά το 2020 στο χωριό τους.

Σε νέα μουσική επεξεργασία από τον Παναγιώτη Μηνά, τα κομμάτια αυτά μετατρέπονται σε ένα σχόλιο αντίστασης απέναντι στον καθημερινό συντηρητισμό, αναδεικνύοντας τη διαφορετικότητα μέσα από παραδοσιακές φόρμες. Η όλη σύνθεση λειτουργεί και σαν μια διαγενεακή γέφυρα, ενώ η όλη διαδικασία «τροφοδοτείται από την αγωνία απέναντι στην ιστορική απώλεια».

Στο τελευταίο δωμάτιο, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το έργο «Threads» (2026), μια εγκατάσταση από χάλκινους κυλίνδρους που περιστρέφονται γύρω από τον άξονά τους σε διαφορετικές ταχύτητες. Ο ήχος τους είναι συνεχόμενος και αδυσώπητος. Σε μεταφέρουν σε ένα «σκληρό» περιβάλλον ατέρμονης κυκλικότητας. Δεν πρόκειται απλώς για μια μεταφορά που αποσκοπεί στην αναγνώριση του ατέρμονου και του κυκλικού. Η έμφαση στην μηχανική τους φύση μάλλον καταγράφει τα όρια των δικών μας μηχανισμών γνώσης, αναγνώρισης και συνύπαρξης.

Η πρακτική της Ξενοφώντος, φερμένη αντιμέτωπη με τη μνήμη, την ιστορία και τον μηχανισμό της εθνικής εκπροσώπησης, προτείνει μια διαυγή αποτύπωση της αργής βίας που υπόκεινται χώροι που αναπτύσσονται στον απόηχο της αυτοκρατορίας και όπου το κέντρο δεν αντέχει.

Μιας βίας που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, που δεν εκδηλώνεται ως θέαμα και δεν έχει την αμεσότητα της έκρηξης ή της σύγκρουσης, αλλά αναπτύσσεται σιωπηλά, διάχυτη στον χρόνο και τον χώρο. Είναι η βία της σταδιακής υποβάθμισης, της συσσωρευμένης απώλειας, της ζημιάς που αργεί να γίνει ορατή ακριβώς επειδή δεν έχει αναγνωρίσιμο πρόσωπο.

Ο Rob Nixon, στο «Slow Violence and the Environmentalism of the Poor» (2011), επισημαίνει ότι ζούμε σε μια εποχή επιταχυνόμενου ψηφιακού χρόνου που καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την αφήγηση αυτής της αργής, διαγενεακής καταστροφής.

Με οικονομία μέσων και μια δυναμική που ξαφνιάζει, η πρόταση της Ξενοφώντος στη Βενετία δείχνει ότι μέσα από ένα υλικό θραύσμα μπορεί να δημιουργηθεί ένας ολόκληρος κόσμος. Το χτυπημένο πουλί, το εγκαταλελειμμένο νυχτερινό κέντρο, οι κύλινδροι που γυρίζουν αδυσώπητα δεν αναπαριστούν ένα συγκεκριμένο τραύμα αλλά το υπόβαθρό του: μια επαναλαμβανόμενη, δομική βία που δεν καταγράφεται μα διαμορφώνει σώματα, τόπους και μνήμες.

Η Ξενοφώντος δεν μετατρέπει το τραύμα σε θέαμα αλλά σε περιβάλλον, σε κάτι που βιώνεται, που ακούγεται, που δεν μπορεί να αποφευχθεί.

Μαρίνα Ξενοφώντος, Passer, 2026. Ορείχαλκος, ατσάλι, χαρτονάζ, παπιέ-μασέ, μειωτήρας κινητήρα, γρανάζια. 15 × 10 × 8 εκ. Φωτο: Jacopo La Forgia © Μαρίνα Ξενοφώντος. Ευγενική παραχώρηση.

Κινείται άλλωστε μέσα στον χρόνο εξετάζοντας πώς η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από διακεκομμένες ιστορίες και μερικές αναγνωρίσεις: μέσα από την προσπάθεια να αρθρώσεις την πολιτισμική σου ιδιαιτερότητα σε μια γλώσσα που δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά δική σου, μέσα σε έναν ιστορικό ρυθμό που ποτέ δεν προοριζόταν να σε συμπεριλάβει.

Αυτή η ασύγχρονη χρονικότητα γεννά μια κατακερματισμένη αίσθηση εαυτού που ξεδιπλώνεται στα κενά ανάμεσα στη μνήμη και τη νεωτερικότητα, το αρχείο και την απουσία.

Το «It Rests to the Bones» δεν είναι όμως μια έκθεση για την Κύπρο. Είναι έκθεση για το τι σημαίνει να φέρεις έναν τόπο μέσα σου όταν αυτός ο τόπος έχει τραυματιστεί, να μιλάς για αυτόν χωρίς να τον εξηγείς, να τον εκπροσωπείς χωρίς να τον εξαντλείς.

Αυτή είναι ίσως η δύναμη της πρότασης της Ξενοφώντος: αφήνει το τοπικό να αναπνέει χωρίς να το απλοποιεί και χωρίς να το προδίδει. Βγαίνοντας από το Κυπριακό Περίπτερο, κουβαλάς μαζί σου κάτι που δεν μπορείς εύκολα να ονομάσεις. Όχι μια απάντηση, ούτε μια κατάληξη, αλλά την αίσθηση ότι κάτι που εκκρεμεί σε αγγίζει, κάτι που ζητά να αναγνωριστεί χωρίς να απαιτεί να κατανοηθεί πλήρως.

  • «It Rests to the Bones», Μαρίνα Ξενοφώντος. Επιμέλεια: Kyle Dancewicz, Associazione Culturale Spiazzi, Castello 3865, 30124 Βενετία. Μέχρι 22/11.

Ελεύθερα, 17.05.2026