Η Ρέα Μπέιλυ στην πιο γόνιμη περίοδο της καριέρας της, μιλάει όπως ζωγραφίζει: με συνειρμούς, εικόνες, μνήμες, φως και κύκλους που επιστρέφουν ξανά και ξανά.
«Έχω κάνει την εσωτερική μου διαδρομή. Τώρα υπάρχει περισσότερη ηρεμία», θα μου πει απολαμβάνοντας τις ακτίδες του ήλιου που περνούν μέσα από τα ψηλά δέντρα στην αυλή του σπιτιού της. Με ζεστό χαμόγελο, ήρεμη, συναισθηματικά γεμάτη, η Ρέα Μπέιλυ λίγο πριν οι κύκλοι της ζωής της γύρω από τον ήλιο θα γίνουν 80, μιλάει για την ελευθερία του πνεύματος και της δημιουργίας, αλλά και για την καθ’ όλα άυλη πληρότητα. «Χαίρομαι», θα πει, «που βρίσκομαι σε ένα στάδιο πιο κοσμικό, πιο πνευματικό. Νιώθω σαν να κινούμαι μέσα στο σύμπαν».

-Σπουδάσατε στην Αγγλία, ζήσατε εκεί, κάνατε οικογένεια. Πώς επηρέασαν την τέχνη σας αυτά τα χρόνια; Ήταν χρόνια διαμόρφωσης. Ήμουν νέα, ανοιχτή σε εμπειρίες, μέσα σε μια εποχή που άλλαζαν πολλά πράγματα στον κόσμο. Το Λίβερπουλ τότε είχε έντονη ενέργεια. Υπήρχε μουσική, υπήρχε κίνηση, υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι καινούργιο γεννιέται. Ζήσαμε την εποχή των Beatles, του κινήματος των χίπις, μιας νεολαίας που ήθελε να βγει από το κατεστημένο. Ταυτόχρονα όμως υπήρχε και μια μοναξιά. Η Αγγλία ήταν διαφορετική από την Κύπρο. Σιγά σιγά ένιωσα ότι έχανα το χρώμα μου. Μεγάλωσα σε μια χώρα με ήλιο, θάλασσα και έντονα χρώματα και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε γκρίζους ουρανούς, τις αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ. Αυτό πέρασε και μέσα στη ζωγραφική μου. Όταν γύρισα στην Κύπρο, έψαχνα να βρω το χρώμα. Χρειάστηκα χρόνια.
–Πότε νιώσατε ότι η τέχνη έγινε ανάγκη; Πάντα υπήρχε μέσα μου. Από παιδί ζωγράφιζα, παρατηρούσα, ένιωθα διαφορετικά τα πράγματα γύρω μου. Αλλά αργότερα κατάλαβα πως η τέχνη ήταν και τρόπος έκφρασης και τρόπος επιβίωσης για μένα.
–Αποκτήσατε το παιδί σας όταν σπουδάζατε. Η μητρότητα σάς απομάκρυνε από την τέχνη; Αντίθετα, η μητρότητα μού έδωσε νόημα. Ήταν σαν να κατάλαβα ξαφνικά πως η ζωή χωρίς δημιουργία είναι μια έρημος. Το παιδί, η αναπαραγωγή της ζωής, μού έδωσε βαθιά αίσθηση συνέχειας. Η μητρότητα μού άνοιξε και μια άλλη συναισθηματική διάσταση. Όταν κρατάς ένα παιδί, αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς τον χρόνο, τη συνέχεια, τη ζωή.
–Η φύση είναι βασικός άξονας στη δουλειά σας, έτσι δεν είναι; Πάντα παρατηρούσα τη φύση. Τα δέντρα, τα φύλλα, τη γη, την κίνηση των πραγμάτων. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι τίποτα στη φύση δεν κινείται πραγματικά σε ευθεία. Όλα έχουν κυκλική πορεία. Οι εποχές, οι πλανήτες, η ζωή. Έτσι άρχισαν να εξαφανίζονται οι γωνίες από τη δουλειά μου. Πήγα σε ξυλουργό και του ζήτησα να μου φτιάξει κυκλικά τελάρα γιατί δεν ήθελα πια τετράγωνα. Ο κύκλος έχει άλλη ενέργεια.

–Πώς αντέδρασε ο κόσμος όταν πρωτοπαρουσιάσατε τους κύκλους; Μερικοί ξαφνιάστηκαν. Θυμάμαι μια διακοσμήτρια που με ρώτησε «και πού θα βάλει κανείς έναν κύκλο;». Υπήρχε η συνήθεια του τετράγωνου, του συμμετρικού, του βολικού, του ‘κουτιού’. Αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που ένιωσαν αμέσως αυτή την ενέργεια. Οι κύκλοι βρήκαν το κοινό τους. Μιλούσαν πιο πολύ στο συναίσθημα και λιγότερο στη λογική.
–Νιώθατε ποτέ πως ήταν δύσκολο να σας καταλάβουν στην Κύπρο, ειδικά ως καλλιτέχνιδα; Ναι, υπήρχε αυτή η δυσκολία. Ειδικά τότε, η τέχνη δεν ήταν κάτι που όλοι μπορούσαν εύκολα να προσεγγίσουν ή να κατανοήσουν. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους βρίσκαμε ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμασταν τις ίδιες ανησυχίες και ευαισθησίες. Εκεί υπήρχε μια κατανόηση, μια κοινή γλώσσα.
–Παράλληλα διδάξατε… Ναι, δίδαξα για πολλά χρόνια και αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Είχα ιδιαίτερη σχέση με την περιοχή της Αμμοχώστου. Ο πρώτος μου διορισμός ήταν στη Γιαλούσα της Καρπασίας. Ζήσαμε εκεί περίπου εννιά μήνες και το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Ήταν ένας τόπος όμορφος, αυθεντικός, με μια ιδιαίτερη γαλήνη. Μετά εγκατασταθήκαμε στη Λευκωσία και διορίστηκα σε σχολεία της περιοχής — στο Τρίκωμο, στο Λευκόνοικο, στο Παραλίμνι. Έκανα καθημερινά μεγάλες διαδρομές. Ήταν κουραστικό, γιατί έπρεπε να πηγαινοέρχομαι συνεχώς, αλλά εκείνα τα ταξίδια έχουν μείνει βαθιά μέσα μου.
-Τι είναι αυτό που θυμάστε πιο έντονα από εκείνες τις διαδρομές; Την Άνοιξη. Το φως. Τη μυρωδιά της γης και της θάλασσας. Ακόμα και σήμερα, όταν το σκέφτομαι, συγκινούμαι. Ξεκινούσα πολύ νωρίς το πρωί, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Υπήρχε εκείνο το δροσερό αεράκι της αυγής, μια καθαρότητα στην ατμόσφαιρα. Πηγαίνοντας προς την Αμμόχωστο ένιωθα ότι η φύση ξυπνούσε μαζί μου. Οι μυρωδιές των χωραφιών, το φως που άλλαζε σιγά-σιγά, όλα αυτά ήταν μια εμπειρία σχεδόν ποιητική.
–Νιώθετε πως εκείνη η περίοδος σας έδωσε κάτι ουσιαστικό; Πάρα πολλά. Η διδασκαλία δεν ήταν απλώς μια δουλειά· ήταν επαφή με νέους ανθρώπους, με νέες ψυχές. Τα παιδιά τότε είχαν μια καθαρότητα και μια αμεσότητα. Ήταν πιο δεκτικά, πιο αυθεντικά. Και ειδικά στα χωριά υπήρχε μια ανθρώπινη ζεστασιά που δύσκολα βρίσκεις σήμερα. Αισθανόμουν ότι υπήρχε ανταλλαγή. Όταν τα συναντώ νιώθω την αγάπη τους. Αυτή η καθημερινή επαφή με τη φύση, με τους ανθρώπους, με το φως της Κύπρου, εισχώρησε μέσα μου και επηρέασε και την τέχνη μου.
–Το 1974 πώς επηρέασε εσάς προσωπικά και καλλιτεχνικά; Ένιωσα πως έχασα τη μισή μου καρδιά. Χάσαμε μισή χώρα και μαζί ένα κομμάτι από την αθωότητα και τη βεβαιότητά μας. Σκεφτόμουν πως τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο. Τότε, η θάλασσα, το βουνό, οι πόλεις, τα χωριά — όλα ήταν δικά μας. Ακόμα και στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, νιώθαμε πως αυτή ήταν η χώρα μας. Και ξαφνικά, μέσα σε λίγες μέρες, άλλαξαν όλα. Ακόμη κι αν κάποιος δεν έχασε το δικό του σπίτι, ένιωθε τον πόνο του άλλου σαν προσωπικό του πόνο. Εκείνη την περίοδο έκανα ένα έργο που θυμάμαι πολύ έντονα. Μια πάπια πετάει και δυο χέρια -ένα μεγάλο χέρι, το δικό μου κι ένα μικρότερο, της κόρης μου, να προσπαθούν να το πιάσουν. Του έδωσα τον τίτλο «Το Πουλλίν Επέτασε». Ήταν ο τρόπος μου να εκφράσω εκείνο το αίσθημα απώλειας και ξεριζωμού. Το 1974 ήταν ένα συλλογικό τραύμα.
–Πιστεύετε πως εκείνη η εποχή άλλαξε και την κοινωνία; Ναι, πολύ. Μετά τον πόλεμο ήρθαν κι άλλες κρίσεις. Οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές. Άρχισε να φεύγει εκείνη η αίσθηση ασφάλειας που υπήρχε στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θυμάμαι τότε ότι υπήρχε μια αισιοδοξία. Οι άνθρωποι είχαν όρεξη να δημιουργήσουν. Υπήρχε μεράκι. Και εμείς οι νέοι καλλιτέχνες τότε νιώθαμε πως ανοίγονταν νέοι δρόμοι. Δημιουργούνταν καινούργια πράγματα, νέα επαγγέλματα, νέες ιδέες. Υπήρχε μια ζωντάνια. Οι άνθρωποι πίστευαν στο μέλλον.
–Υπάρχει νοσταλγία για τη ζωή πριν από όλα αυτά; Βέβαια υπάρχει. Γιατί θυμάμαι μια εποχή πιο ανθρώπινη. Υπήρχε επικοινωνία, γειτονιά, επαφή. Περισσότερη ανεμελιά. Υπήρχε μια αθωότητα τότε. Μια καθαρότητα στις σχέσεις των ανθρώπων και στον τρόπο που βλέπαμε τη ζωή. Δεν υπήρχε αυτή η αποξένωση που υπάρχει σήμερα. Είχαμε λιγότερα πράγματα αλλά περισσότερη παρουσία. Περιμέναμε να δούμε τον άλλον, να ακούσουμε τη φωνή του, να καθίσουμε μαζί. Σήμερα όλα γίνονται μέσα από οθόνες και ταχύτητα -και μην νομίσετε ότι εγώ απέχω από αυτό. Και ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε τόσο έντονα εκείνες τις στιγμές. Γιατί η ευτυχία τελικά είναι στιγμές. Δεν κρατά για πάντα. Είναι μικρές εικόνες που μένουν μέσα σου: μια γιορτή, ένας χορός, μια διαδρομή με το φως του ήλιου, νέοι που γελούν. Νομίζω αυτή την αθωότητα την έχασε ολόκληρος ο κόσμος. Ζούμε σε δύσκολες εποχές, με φόβο, ανασφάλεια και ένταση. Πάντα υπήρχαν δύσκολες εποχές στην ιστορία, αλλά τώρα όλα κινούνται τόσο γρήγορα και τόσο έντονα.

–Όση ώρα μιλάμε συμπεραίνω πως κρατάτε μια αισιοδοξία για τη ζωή. Ναι, γιατί πιστεύω πως ο άνθρωπος πρέπει να συνεχίζει να δημιουργεί. Ακόμα και μέσα στις δύσκολες εποχές, η δημιουργία είναι μια μορφή αντίστασης. Δεν είναι τυχαίο που δουλεύω καθημερινά. Όχι γιατί πιστεύω ότι θα αλλάξω τον κόσμο, αλλά γιατί μέσα από τη δημιουργία αισθάνομαι ζωντανή. Η αθωότητα μπορεί να χάθηκε, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και πνευματικότητα δεν χάνεται ποτέ.
–Θεωρείτε ότι υπήρξε κάποια περίοδος που ήταν η άνθησή σας όσον αφορά την τέχνη σας; Τώρα είναι η άνθησή μου. Και το λέω αληθινά αυτό. Κάθε φορά νιώθω πως πηγαίνω πιο βαθιά, πως καταλαβαίνω περισσότερα. Χαίρομαι όταν μου λένε ότι η δουλειά μου εξελίσσεται, γιατί κι εγώ το αισθάνομαι. Τώρα βρίσκομαι σε ένα στάδιο πιο κοσμικό, πιο πνευματικό, θα έλεγα. Νιώθω σαν να κινούμαι μέσα στο σύμπαν.
–Και μέσα σε αυτή την κατάσταση νιώθετε και πιο ελεύθερη; Ναι, γιατί το πνεύμα είναι ελεύθερο. Ο καλλιτέχνης χρειάζεται αυτή την ελευθερία για να δημιουργήσει. Και με τα χρόνια καταλαβαίνεις πως δεν χρειάζεσαι πολλά πράγματα για να νιώσεις πλήρης. Θέλεις ένα σταθερό περιβάλλον, μια στέγη, έναν απλό τρόπο ζωής, ώστε να μπορείς να δημιουργείς ήρεμα. Τα πολλά δεν είναι τα υλικά πράγματα. Τα πολλά είναι το πνεύμα. Είναι να νιώθεις ότι εκεί που βρίσκεσαι έχεις όσα χρειάζεσαι. Πάντα ήμουν έτσι. Ήμουν συναισθηματικά αυτάρκης. Ίσως επειδή ήμουν μοναχοπαίδι. Μεγάλωσα πολύ κοντά στη φύση, κοντά στα δέντρα, στη σιωπή, στη φαντασία μου, τη μουσική.
–Μαζί μας κουβαλάμε και την ανάγκη για πνευματικότητα; Τι πιστεύετε; Πιστεύω πως ο άνθρωπος γεννιέται με ανάγκη πνευματικότητας. Τα παιδιά έχουν καθαρό βλέμμα. Μετά έρχεται ο κόσμος και τα σκληραίνει. Οι καλλιτέχνες, όταν δημιουργούν αληθινά, είναι σε άμεση επαφή με κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους. Μπορείς να το πεις Θεό, ενέργεια, σύμπαν. Είναι κάτι που περνά μέσα από σένα και σε ωθεί να δημιουργήσεις.
–Τι είναι τελικά η ελευθερία για εσάς; Να βγεις από το κουτί. Να νιώσεις πως είσαι σε άμεση επαφή με τη ζωή, με το σύμπαν, με τον Θεό — όπως θέλει να το ονομάσει ο καθένας. Εκεί βρίσκεται η ουσία της δημιουργίας.
–Τι ρόλο έπαιξε η τέχνη στη ζωή σας; Η τέχνη με κράτησε ψυχολογικά όρθια. Με κράτησε «στα λογικά μου», γιατί είναι το γεφύρωμα ανάμεσα στην υλική και την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Μπορείς να απολαμβάνεις τη φύση, το φαγητό, τη ζωή, αλλά η τέχνη είναι αυτό που ενώνει την ψυχή με την ύλη. Η τέχνη είναι το γεφύρι μεταξύ της ύλης και του πνεύματος– εγώ είμαι το γεφύρι.
- ΙNFO: Η έκθεση της Ρέας Μπέιλυ με τίτλο «Κύκλοι – Τα πάντα Ρει», παρουσιάζεται την Γκαλερί Μarginalia (Στρόβολος Κύπρου) μέχρι τις 30 Μαΐου.
Ελεύθερα, 17.05.2026