Η Ελληνογαλλίδα χορεύτρια, που εγκατέλειψε την Όπερα του Παρισιού έπειτα από 20 χρόνια, επισημαίνει ότι όλα είναι ζωή και όλα είναι μια σκηνή.

Η Αμελί Ιωαννίδη (Amélie Joannides) μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα σε έναν από τους πιο αυστηρούς και μυθοποιημένους καλλιτεχνικούς οργανισμούς της Ευρώπης, τη Σχολή Μπαλέτου της Εθνικής Όπερας του Παρισιού. Από οκτώ ετών ζούσε μέσα σ’ έναν κόσμο πειθαρχίας, τελειότητας και σιωπηλού ανταγωνισμού, πριν ενταχθεί στα 17 της στο Corps de Ballet της Opéra national de Paris, χορέψει όλο το κλασικό ρεπερτόριο, συνεργαστεί με θρυλικούς χορογράφους και εμφανιστεί στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου- από το Σίδνεϊ και το Τόκιο, μέχρι τη Νέα Υόρκη. Σήμερα, έχοντας αποχωρήσει οικειοθελώς από τον ιστορικό οργανισμό, στράφηκε σε πιο προσωπικές και υβριδικές μορφές περφόρμανς. Με αφορμή την πρώτη της παρουσία στην Κύπρο στην παράσταση «Love» του Χάρη Κούσιου, μιλά για την ομορφιά, τη βία, την ελευθερία και τη δύσκολη διαδρομή μιας καλλιτέχνιδας που χρειάστηκε να μάθει παιδιόθεν να μετατρέπει την αφοσίωση, την ευαισθησία και τον πόνο σε τέχνη.

Μεγάλωσες από παιδί μέσα στην Εθνική Όπερα του Παρισιού. Ποια είναι η πρώτη εικόνα ή αίσθηση που σού έρχεται όταν σκέφτεσαι εκείνα τα χρόνια; Θυμάμαι το τεράστιο κτήριο της σχολής της Όπερας, που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Κριστιάν ντε Πορτζαμπάρκ. Ήταν σαν μια πόλη μέσα στην πόλη, ένας ολόκληρος κόσμος.

Πολλοί φαντάζονται την Όπερα του Παρισιού ως χώρο ομορφιάς και αριστείας. Υπάρχει κάτι που το κοινό δεν βλέπει σχετικά με το ψυχικό κόστος αυτής της τελειότητας; Νομίζω πως το κοινό δεν αντιλαμβάνεται τους σωματικούς πόνους με τους οποίους χορεύουμε διαρκώς. Πολλοί χορευτές μπαλέτου έχουν σοβαρούς τραυματισμούς και παρ’ όλα αυτά ανεβαίνουν στη σκηνή. Μας μαθαίνουν από μικρή ηλικία να «κρύβουμε τον πόνο» και όλα πρέπει να φαίνονται εύκολα και ευχάριστα. Κάποια στιγμή, αυτή η διαρκής ταλαιπωρία του σώματος καταλήγει αναπόφευκτα να επηρεάζει και το μυαλό.

Τι σε ώθησε να αποχωρήσεις από το περιβάλλον αυτό έπειτα από τόσα χρόνια; Συνειδητοποίησα ότι είχα βαθιές επιθυμίες που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν μέσα σ’ αυτόν τον οργανισμό. Θέλω να δημιουργήσω, να επιλέγω, να περνώ χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ… Ήταν λοιπόν φυσικό να φύγω, ώστε να μπορέσω να ανταποκριθώ σ’ αυτό το βαθύ κάλεσμα για εξέλιξη. Η Όπερα μού πρόσφερε πάρα πολλά και νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη· όμως, έπειτα από είκοσι χρόνια εκεί, είχε έρθει η στιγμή να περάσω στο επόμενο στάδιο, ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνιδα.

© Μαίρη Λεονάρδου

Έχεις ελληνικές ρίζες αλλά μεγάλωσες στη Γαλλία. Νιώθεις ότι κουβαλάς δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το σώμα, την οικογένεια και την ελευθερία; Η Ελλάδα και η Γαλλία είναι δύο πολύ διαφορετικές χώρες και αισθάνομαι απίστευτα τυχερή που κουβαλώ μέσα μου και τις δύο κουλτούρες. Είναι ένας τεράστιος πλούτος. Αυτές οι δύο πλευρές δεν συγκρούονται μέσα μου, αλλά μάλλον αλληλοσυμπληρώνονται. Προσπαθώ να κρατώ το καλύτερο και από τις δύο και να είμαι ευγνώμων για όσα μου προσφέρει κάθε χώρα. Εξάλλου, νιώθω πως είμαι απλώς φιλοξενούμενη και στις δύο.

Τι ρόλο έπαιξε η οικογένειά σου στην πορεία σου; Σε ενθάρρυνε το περιβάλλον σου να ακολουθήσεις το όνειρό σου ή υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκες ότι έπρεπε να ανταποκριθείς σε μεγάλες προσδοκίες; Η οικογένειά μου ήταν μάλλον επιφυλακτική, επειδή δεν προερχόταν από τον καλλιτεχνικό χώρο και δεν γνώριζε τον κόσμο του χορού. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν με εμπόδισαν να ακολουθήσω τα όνειρά μου.

Το έργο «LOVE» εξετάζει μεταξύ άλλων τη βία ως ψυχολογικό ή συστημικό μηχανισμό. Ποιες μορφές βίας σού φαίνονται σήμερα «κανονικοποιημένες»; Ω, μα κάθε μορφή βίας είναι κανονικοποιημένη! Η βία είναι ίσως το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο. Υπάρχει μέσα σε όλους μας, αρκεί να δούμε πώς μιλάμε σε κάποιον όταν οδηγούμε, πώς κρίνουμε τον γείτονά μας ή ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Θέλω όμως να πω ότι η βία δεν εμφανίζεται πάντα όπως τη φανταζόμαστε, με μεγάλες εκρήξεις. Υπάρχει και μια μορφή βίας ύπουλη, υπόγεια. Το να ζεις, για παράδειγμα, σε πόλεις με εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ρύπανσης, χωρίς πρόσβαση στη φύση, είναι εξαιρετικά βίαιο για το σώμα και το μυαλό μας. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχουμε πλήρη επίγνωση της βίας που ασκούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, όταν εξαναγκαζόμαστε να κάνουμε κάτι αντίθετο με τις αξίες μας, όταν κρίνουμε σκληρά τον εαυτό μας, όταν πίνουμε υπερβολικά, όταν δεν ακούμε το σώμα μας… αλλά και τη βία απέναντι στους κοντινούς μας ανθρώπους, όταν δεν τους αποδεχόμαστε όπως είναι ή όταν δεν τους ακούμε πραγματικά. Η βία παίρνει καμιά φορά ακραίες μορφές, όμως όλα ξεκινούν μέσα μας, μέσα από μικροσκοπικές καθημερινές πράξεις.

Συνεργάζεσαι με τον Χάρη Κούσιο σ’ ένα έργο βαθιά προσωπικό. Τι αναγνώρισες στη δική του διαδρομή που σε έπεισε ότι μπορείτε να συναντηθείτε σε καλλιτεχνικό και ανθρώπινο επίπεδο; Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τίποτα για τη διαδρομή ή τη ζωή του Χάρη. Τον είδα να ερμηνεύει ένα δικό του έργο και εντυπωσιάστηκα βαθιά. Περνώντας περισσότερο χρόνο μαζί του, συνειδητοποίησα ότι είναι ένας άνθρωπος με εξαιρετική ευφυΐα, καλοσύνη και δύναμη. Ό,τι κάνει είναι βαθιά δημιουργικό και αυθεντικό. Έτσι, είπα «ναι» σχεδόν στα τυφλά, χωρίς να χρειάζεται να ξέρω περισσότερα, γιατί είναι προνόμιο το να δουλεύεις και να μοιράζεσαι χρόνο μ’ έναν τέτοιο άνθρωπο. Έχω συνεργαστεί με μερικούς από τους σημαντικότερους χορογράφους στον κόσμο και ο Χάρης είναι ένας απ’ αυτούς.

© Μαίρη Λεονάρδου

Η παράσταση μοιάζει να μετατρέπει την εξομολόγηση σε δημόσια πράξη. Υπάρχει κάτι που φοβάσαι ν’ αποκαλύψεις επί σκηνής; Όχι. Όλα αυτά δεν είναι παρά απλώς ιστορίες· δεν είναι προσωπικές, ανήκουν σε όλους μας. Έτσι κι αλλιώς, συχνά προβάλλουμε τις δικές μας ιστορίες πάνω στους άλλους. Εμείς οι καλλιτέχνες λειτουργούμε πολλές φορές σαν καθρέφτες του εσωτερικού κόσμου των ανθρώπων και ορισμένες άλλες φορές σαν παράθυρα προς πιθανούς νέους κόσμους.

Η σκηνή σε φέρνει πιο κοντά στη ζωή ή λειτουργεί μερικές φορές ως τρόπος να προστατευτείς από αυτήν; Τι ωραία ερώτηση! Για πολύ καιρό η σκηνή ήταν για μένα ένας «ασφαλής χώρος». Σήμερα, όμως, πρέπει να πω πως δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στη σκηνή και τη ζωή. Σκηνοθετούμε τον εαυτό μας καθημερινά, υποδυόμαστε ρόλους, αφηγούμαστε ιστορίες. Στα παρασκήνια, πάνω στη σκηνή, μόνοι στο δωμάτιό μας- όλα είναι ζωή και όλα είναι μια σκηνή. Το να έχεις επίγνωση ότι όλα αυτά τελικά δεν είναι παρά ένα παιχνίδι, μια ψευδαίσθηση, είναι ωστόσο θεμελιώδες.

Πώς συμφιλιώνεται ένας χορευτής με τον χρόνο; Μέσα από την ικανότητα να θαυμάζει κάθε ηλικία της ζωής και μέσα από μια βαθιά αποδοχή του χρόνου που περνά. Η ομορφιά υπάρχει παντού και σε κάθε φάση της ζωής, παρά τα όσα μάς λέει η κοινωνία. Πρέπει να πορευόμαστε μαζί με τη ζωή αντί να παλεύουμε εναντίον της. Τότε αποκαλύπτονται μπροστά μας οι μεγάλοι θησαυροί.

© Μαίρη Λεονάρδου

Ελεύθερα, 17.5.2026