O Δώρος Γεωργίου, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή «Αρνόγλωσσα» μάς ξεναγεί σε μια ποιητική επικράτεια όπου η γλώσσα λειτουργεί ως επουλωτικό βότανο αλλά και ως μέσο ανατομίας της κοινωνικής υποκρισίας. Σε μια συζήτηση για τις αντιθέσεις, την ποίηση και την υβριδική φόρμα, ο ποιητής εξερευνά πώς μια γλώσσα που μιλά μέσα από την άρνηση μπορεί να απογυμνώσει υποκρισίες.

Ο τίτλος παραπέμπει σε πολλές έννοιες. Γιατί επιλέγηκε ο συγκεκριμένος; Το «αρνόγλωσσο» είναι ένα βότανο γνωστό από την αρχαιότητα για τις επουλωτικές του ιδιότητες. Στην ποίησή μου, η λέξη παραπέμπει στη λειτουργία της ίδιας της ποίησης ως «φάρμακο» (με την ντεριντιακή έννοια) για τις πληγές της μνήμης, της απώλειας και των ανοιχτών τραυμάτων. Ετυμολογικά, ο τίτλος παραπέμπει και στη γλώσσα της θυσίας του αρνίου, συνδέοντας το έργο με την έννοια της αθωότητας κι ενός αντεστραμμένου Χριστολογικού μεσσιανισμού. Αυτό φανερώνει τον τρόπο που προσεγγίζω θέματα όπως η θρησκεία, το ιερό και το βλάσφημο, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που είναι ταυτόχρονα τρυφερή μα και «σφαγιαστική». Ο όρος «Αρνόγλωσσα» λειτουργεί ως σύνθετο: από την άρνηση και το «γλώσσα». Ο τίτλος δηλώνει μια γλώσσα που αρνείται τις συμβάσεις αλλά παραμένει γλωσσική — δηλαδή μια γλώσσα που μιλά μέσα από την άρνηση. Αυτή η διττότητα είναι κεντρική στην ανάγνωση της συλλογής. Η φωνή κινείται μεταξύ προσευχής και ειρωνείας, ιερού και χυδαίου· είναι μια γλώσσα που δοκιμάζει τα όρια της πίστης, της μνήμης και του σώματος, χρησιμοποιώντας τη βλασφημία σαν αντίβαρο για να αποκαλύψει ρωγμές στην ανθρώπινη εμπειρία.

Η συλλογή κινείται εντός ενός διαλόγου αντιθέσεων. Ποια είναι η ανάγκη που εκφράζετε μέσω αυτής της συνάντησης αντιθέτων; Χρησιμοποιώ την αντίθεση ως μέσο αποκάλυψης: το ιερό συγκρούεται με το βλάσφημο, η προσευχή με την ειρωνεία, το σώμα με τη μνήμη, όχι για να εξισορροπήσει, αλλά για να απογυμνώσει υποκρισίες. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στα ποιήματα να φωτίσουν όσα η «κανονική» γλώσσα αποκρύπτει. Θεματικά επιδιώκεται η χαρτογράφηση της πείνας (για έρωτα, πίστη, ζωή) και πώς αυτές συγκρούονται με κοινωνικές συμβάσεις. Η ανάγκη εδώ είναι να καταγραφεί η εσωτερική έλλειψη ως πολιτικό και υπαρξιακό γεγονός, αλλά και να μιλήσουν οι νεκροί και οι σιωπές τους. Η αντίθεση δημιουργεί ένταση στη γλώσσα· χρησιμοποιώ κοφτές φράσεις, υβριδικά σχήματα, υποκοριστικά που γίνονται προειδοποιήσεις. Αυτή η ένταση αναγκάζει τον αναγνώστη να επανεξετάσει τις λέξεις ως πεδία μάχης ανάμεσα στη πίστη και στην αμφιβολία της.

Πώς μέσω της συλλογής αυτής αναδιπλώνετε διαφορετικές αναγνώσεις; Η συλλογή αναδιπλώνει πολλαπλές αναγνώσεις με μια γλώσσα που λειτουργεί ως πολυφωνικό πεδίο: κάθε στίχος ενεργοποιείται ταυτόχρονα σε θρησκευτικό, σωματικό και κοινωνικό πλαίσιο. Δουλεύω με εναλλαγές φωνής και ρεπερτορίου εικόνων: από προσευχητικό τόνο σε ειρωνικά σχόλια, από τη λεπτομέρεια στο σώμα σε συλλογικές μνήμες. Μετακινώ τη φωνή από το ιερό στο χυδαίο, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να διαβάσει κάθε εικόνα σε πολλαπλά επίπεδα. Με επαναλήψεις και μικρο-μετατοπίσεις, οι λέξεις αλλάζουν το νόημα ανάλογα με το πλαίσιο. Φυσικά, η πολλαπλότητα μπορεί να προκαλέσει υπερφόρτωση. Χωρίς προσεκτική ανάγνωση, οι αντιφάσεις φαίνονται απλά ασυνεπείς, γι’ αυτό και απαιτείται υπομονή από τον αναγνώστη για να αναδυθούν τα διάφορα υποστρώματα.

Αυτή είναι η 3η σας συλλογή. Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών; Ναι, υπάρχει σαφής σύνδεση: γλωσσικός πειραματισμός, επανερχόμενα θεματικά μοτίβα (σώμα, μνήμη, ειρωνεία) και μια σταδιακή όξυνση της κριτικής προς κοινωνικές/ θρησκευτικές συμβάσεις. Από το «Ουμάμι», ο λόγος δουλεύει με μετατοπίσεις τόνου, υποκοριστικά που λειτουργούν ως ειρωνικές επισημάνσεις και παραμορφώσεις της καθημερινής γλώσσας. Στο «Ουμάμι» (2020), η ποίηση είναι αφηγηματική, αστική, με κινηματογραφική ροή. Στα «Γλωσσηματικά» (2022), εμβαθύνω στη γλώσσα ως πεδίο σύγκρουσης. Στα «Αρνόγλωσσα» (2026), επικεντρώνομαι πάνω σε μια αντιθετική λογική — η γλώσσα που «αρνείται» γίνεται μέσο αποδόμησης και λειτουργεί σαν μαρτυρία.

Η υβριδική ποίηση είναι σημαντικό στοιχείο στον τρόπο έκφρασής σας; Η υβριδική μορφή μού επιτρέπει να συνδυάζω στοιχεία από διαφορετικά είδη, καταργώντας τα όρια μεταξύ ποίησης, πρόζας, δοκιμίου και θεατρικού λόγου. Αυτό δίνει μεγαλύτερο φάσμα τεχνικών: εναλλαγές τόνου, ενσωμάτωση προφορικών ιδιωμάτων και οπτική αναδιάταξη του στίχου. Αυτές οι επιλογές αλλάζουν την εσωτερική λογική του ποιήματος και επιτρέπουν την ταυτόχρονη παρουσία πολλαπλών φωνών. Ο αναγνώστης δεν είναι πλέον παθητικός δέκτης· γίνεται συνθέτης νοήματος. Η ρευστότητα των ειδών απαιτεί ενεργή ανάγνωση και ανασύνθεση αντιφάσεων. Μια λέξη μπορεί να λειτουργεί ως ιερή και ταυτόχρονα σαρκαστική, ανάλογα με το πλαίσιο. Η υβριδικότητα είναι κρίσιμη τόσο για τον τρόπο που εκφράζομαι όσο και για τον τρόπο που ο αναγνώστης ανακατασκευάζει το νόημα.

Πώς βλέπετε την παραγωγή της σύγχρονης κυπριακής ποίησης; Είναι ζωντανή και πολυφωνική. Συνδυάζει τοπικές μνήμες και πολιτισμικές ρωγμές με πειραματικές γλωσσικές πρακτικές, αλλά νομίζω πως αντιμετωπίζει προβλήματα ορατότητας, θεσμικής υποστήριξης και υποδομής.

Θεωρείτε πως η ποίηση είναι «δύσκολη» στην ανάγνωση; Η ποίηση δεν είναι εγγενώς «δύσκολη», γίνεται δύσκολη όταν απαιτεί ενεργή ανάγνωση και γνώση του πλαισίου. Η αντίληψη αυτή προκύπτει όταν η φόρμα είναι υπερβολικά πειραματική και στην κοινωνική της πρόσληψη: πολλοί γράφουν ποίηση αλλά λιγότεροι τη διαβάζουν συστηματικά. Αυτή η τάση επισημαίνει το χάσμα μεταξύ παραγωγής και αναγνωστικού κοινού.

Αρνόγλωσσα
Εκδ. Αρμίδα
Σελ. 56 
Τιμή:  €10.00 

Ελεύθερα 10.05.2026