Δυο μέλη της Αστυνομίας απαλλάχθηκαν πρόσφατα από τις βαριές κατηγορίες που αντιμετώπιζαν για βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση σε βάρος Ιρανού υπηκόου το 2016. Η διαδικασία της έρευνας μέχρι την τελεσιδικία κράτησε 10 χρόνια, αφού μεσολάβησε ο διορισμός ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή.
Δικαστήριο στη Λεμεσό αθώωσε και απάλλαξε και τους δύο αστυνομικούς, αφού πρώτα βρήκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση μόνο για τον έναν και μόνο για τις κατηγορίες της απάνθρωπης μεταχείρισης και της επίθεσης. Στη συνέχεια, μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας των αστυνομικών, αθώωσε και αυτόν αφού κρίθηκε ότι δεν υπήρχε το υπόβαθρο για να καταδικαστεί.
Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, στις 9/9/2016 οι κατηγορούμενοι, ως μέλη της Αστυνομίας, μετέβησαν στην οικία όπου διέμενε με τη σύζυγό του, στο πλαίσιο οικογενειακής διαφοράς με συγγενικά πρόσωπα της συζύγου του και εισήλθαν σε αυτήν. Κατά την εκδοχή του, κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στην οικία, ο κατηγορούμενος 1 επέδειξε επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά, τον εξανάγκασε να καθίσει σε καρέκλα, περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του, τον εξύβρισε με αναφορές, μεταξύ άλλων, στη χώρα, τη θρησκεία και την εθνικότητά του, του έριξε νερό στο πρόσωπο και τον κτύπησε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι του πέρασαν χειροπέδες, τον τοποθέτησαν σε περιπολικό όχημα, όπου παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα και ακολούθως τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Ως προς τον κατηγορούμενο 2, η μαρτυρία του παραπονούμενου περιορίζεται στην παρουσία του κατά τα γεγονότα στην οικία και στη γενικότερη συμμετοχή του στην αστυνομική επέμβαση, χωρίς σαφή απόδοση συγκεκριμένων πράξεων βίας.
Για διερεύνηση της υπόθεσης διορίστηκε ποινικός ανακριτής από την ΑΑΔΙΠΑ. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση του ανακριτικού υλικού που συνέλεξε, καθ’ ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν είχε άμεση αντίληψη των επίδικων γεγονότων, ενώ τα πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις δεν κλήθηκαν, κατά το πλείστον, να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η Δικαστής έκρινε ως επαρκή τη μαρτυρία του παραπονούμενου ώστε να καλύψει εκ πρώτης όψεως, τα συστατικά στοιχεία τόσο της πρόκλησης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης όσο και της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, εφόσον παρέχεται άμεση μαρτυρία για συμπεριφορά βίαιη και ταπεινωτική εκ μέρους δημόσιου λειτουργού και για επακόλουθες σωματικές κακώσεις. Σε σχέση με την κατηγορία, της υποβολής σε βασανιστήρια, το Δικαστήριο δεν εντόπισε, στην προσαχθείσα μαρτυρία, επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο για το ειδικό εκείνο στοιχείο που διακρίνει το αδίκημα αυτό από τις λοιπές μορφές κακομεταχείρισης, δηλαδή τον ειδικό σκοπό. Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί, για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, ότι η συμπεριφορά που περιγράφεται από τον παραπονούμενο περιλάμβανε εσκεμμένη πρόκληση πόνου ή ταλαιπωρίας, δεν προκύπτει μαρτυρία ότι αυτή αποσκοπούσε στην απόσπαση πληροφορίας ή ομολογίας. Γι’ αυτό και αθώωσε και απάλλαξε και τους δύο αστυνομικούς για την κατηγορία της εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Σε άλλη απόφασή του, το ίδιο Δικαστήριο αφού ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε δήλωση, έκρινε τελικά ότι από τα ευρήματα γεγονότων, δεν προκύπτει, με την απαιτούμενη ασφάλεια, ότι υπέβαλε τον παραπονούμενο σε τέτοιας φύσεως μεταχείριση που θα μπορούσε να αναχθεί σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν μπορεί να συναχθεί σε βάρος του κατηγορουμένου 1 οποιοδήποτε επιβαρυντικό τεκμήριο κακοποίησης. Για την ενεργοποίηση του εν λόγω τεκμηρίου απαιτείται, μεταξύ άλλων, να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο είχε συλληφθεί ή άλλως κρατηθεί σε Αστυνομικό Σταθμό και ότι, κατά την ιατρική εξέταση πριν ή αμέσως μετά την απόλυσή του, διαπιστώθηκαν εξωτερικές κακώσεις τις οποίες δεν έφερε κατά τον χρόνο εισδοχής του στον Σταθμό. Στην παρούσα υπόθεση τέτοια βάση δεν έχει αποδειχθεί.
Ως προς το αδίκημα της επίθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει ασφαλής απόδειξη για το πότε και υπό ποιες συνθήκες τελέστηκε, ενώ η μαρτυρία του παραπονούμενου υπήρξε ασταθής και μεταβλητή. Εν τέλει, απαλλάχθηκε και ο δεύτερος αστυνομικός απ’ όλες τις κατηγορίες.