Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλά στον «Φ» για το βιβλίο του «Η άγνωστη που μας μοιάζει». Αυτή την «ξένη» σε εμάς τουρκοκυπριακή λογοτεχνία, που μέσα από τον κυπροκεντρισμό, την υφολογία και τις θεματικές της στοχεύσεις, πάει κόντρα στα εθνικά αφηγήματα, τη βίαιη αλλοτρίωση και κατ’ επέκταση, την ίδια την κατοχή.

Τι σε ώθησε να ασχοληθείς με την τουρκοκυπριακή λογοτεχνία; Ένα βράδυ του Αυγούστου, πριν πολλά χρόνια, κάτω από ένα αγιόκλημα στο Κουτσιούκ Καϊμακλί, μιλώντας με τον Φικρέτ Ντεμιράγ και τον Μεχμέτ Κανσού, δύο εξέχοντες Τουρκοκύπριους ποιητές, και γνωρίζοντας δείγματα της δουλειάς τους, πείστηκα πως πρέπει να εγκύψουμε σε αυτή τη λογοτεχνία, να τη γνωρίσουμε. Στην πορεία ξεκίνησα μια στήλη με κριτικές βιβλίων λογοτεχνίας, στην οποία θεωρούσα de facto και a priori ότι πρέπει να περιλαμβάνονται και ό,τι βιβλία Τουρκοκυπρίων λογοτεχνών εκδίδονται στα ελληνικά. Με τα χρόνια συγκεντρώθηκε ένας αξιοσέβαστος αριθμός βιβλιοπαρουσιάσεων που με οδήγησε στην έκδοση. Το βιβλίο, θα έλεγα δηλαδή, πως γραφόταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Ο τίτλος «Η άγνωστη που μας μοιάζει» ήταν η αφετηρία ή το συμπέρασμα; Κατέληξα σε αυτό. Διαβάζοντας Τουρκοκύπριους λογοτέχνες, είχα μια αίσθηση déjà vu. Ότι αυτό κάπου το είχα δει ξανά, κάπου το είχα ξαναδιαβάσει, κάτι μου θύμιζε. Πως κάτι μας θυμίζει, γιατί ακριβώς μας μοιάζει. Όσο περισσότερο εμβάθυνα, τόσο περισσότερο πειθόμουν ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Είναι τόσο γνώριμα, τόσο οικεία,  τα χρώματα, τα αρώματα, η χλωρίδα, η πανίδα, οι άνθρωποι, το ταπεραμέντο τους, η ιδιοσυγκρασιακή υπόσταση – δεν διαφέρει ποσώς από τη δική μας. Πονούν όπως πονούμε, λυπούνται όπως λυπούμαστε, χαίρονται με εκείνα που χαιρόμαστε και εμπνέονται από τη λαϊκή παράδοση, που είναι πανομοιότυπη. Καπνίζουν με φύλλα ελιάς όπως κι εμείς, κάνουν κόλλυβα, χορεύουν και ευφραίνονται με τους ίδιους ρυθμούς, τις ίδιες μελωδίες.

Ποιο ήταν το πιο απρόσμενο στοιχείο που ανακάλυψες; Ότι αξιοποιούν σύμβολα από την αρχαιοελληνική γραμματεία. Στην τουρκοκυπριακή ποίηση συναντάς τον Άδωνι, τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη, τον Ερμή, προσωκρατικούς φιλόσοφους, τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, τον Κίμωνα τον ναύαρχο, συναντάς διακειμενικούς διαλόγους με τον Καβάφη. Το άλλο που είναι επίσης εκπληκτικό είναι οι όμοιες διαδρομές που ακολουθούν χωριστοί λογοτέχνες που δημιούργησαν στην ίδια εποχή, χωρίς να υπάρχει επαφή, χωρίς να γνωρίζει καν ο ένας το έργο του άλλου. Ο Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης έχει ανάλογα διηγήματα από την «Τετραλογία των καιρών» με τον Τουρκοκύπριο ομοτέχνό του της ίδιας εποχής Χικμέτ Αφίφ Μαπολάρ. Είμαι σίγουρος ότι δεν είχαν καμία επαφή, ούτε καν γνωριμία τυπική. Έγραψαν περίπου το ίδιο πράγμα, με τα ίδια σύμβολα, με το ίδιο ύφος, ακριβώς γιατί εξέφραζαν την κοινωνία της εποχής τους.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ενιαία κυπριακή λογοτεχνική ταυτότητα; Υπάρχει πλουραλισμός – όλοι δεχόμαστε ερεθίσματα και επιρροές από πολλούς. Δεν έχουν όλοι οι συγγραφείς τις ίδιες θεματικές στοχεύσεις, την ίδια υφολογική προσέγγιση, το ίδιο στιλ. Η γενική τάση, όμως, είναι ότι υπάρχουν πολλά σημεία όπου οι δύο λογοτεχνίες εφάπτονται, τόσο υφολογικά, όσο και θεματικά. Θα δώσω ένα παράδειγμα, ένα υφολογικό στοιχείο που μπορεί να μην περνά από το μυαλό μας. Γράφουμε και οι δύο σε μια μητρική γλώσσα αξιοποιώντας στοιχεία της διαλέκτου μας, ο καθένας της δικής του, και στις στιγμές της συναισθηματικής κορύφωσης, του πόνου, της χαράς, της συντριβής, και εμείς και οι Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες προσφεύγουμε σε ιδιωματικές φράσεις προκειμένου να εκφράσουμε το «μέσα μας». Αρκεί μόνο να σου πω έναν στίχο του Φικρέτ Ντεμιράγ, που γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέθανε στη Λεύκα. «Είναι ως να πέταξε μια τρασιήλα από μέσα μου». Υπάρχει πιο κυπριακή φράση που να δεικνύει τούτη την ανάταση;

Μήπως υπάρχουν εξίσου πολλές αποκλίσεις; Δεν προσπαθώ μέσα από το έργο μου να στρογγυλέψω τα πράγματα, να τα εξωραΐσω και να πω αυτά που ηχούν πιο ευχάριστα στ’ αυτιά μας. Όπως εμείς δεχόμαστε επιρροές την ελληνική ποίηση, έτσι και οι Τουρκοκύπριοι δέχονται ανάλογες επιρροές, από τον Ναζίμ Χικμέτ και τον Αζίζ Νεσίν μέχρι τον Γιασάρ Κεμάλ. Κάτι άλλο που διαπίστωσα είναι το πώς φτάνει το αισθητικό στίγμα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, του σπουδαίου αυτού Ρώσου ποιητή στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή λογοτεχνία, μέσω δύο δορυφόρων του. Το στίγμα του στην ελληνοκυπριακή ποίηση ιχνηλατείται μέσω του Γιάννη Ρίτσου και στην τουρκοκυπριακή μέσω του Ναζίμ Χικμέτ. Αυτές είναι εκπληκτικές εσωτερικές διεργασίες. Ένα άλλο σημείο είναι πως δεν κατατρύχονται ιδιαίτερα οι Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες από την εθνική τους καταγωγή, δεν νιώθουν την ανάγκη να υπερτονίσουν την τουρκική τους ρίζα. Τουλάχιστον στους πολλούς λογοτέχνες και βιβλία που μελέτησα, δεν το ένιωσα. Πιο έντονα βιώνεται στη δική μας πλευρά η ανάγκη αυτή. Η λογοτεχνία της ειρήνης, επίσης, είναι πιο έντονη στην άλλη πλευρά. Υπάρχει μια συνολική μετατόπιση στον ουμανισμό, στις πανανθρώπινες αξίες.

Στη μελέτη σου αναδεικνύονται και κάποιες κυπριακές παραδοξότητες. Μια από αυτές τονίζει ο Τζενκ Μουτλούγιακαλι στο μυθιστόρημά του: «Η κούνια», περιγράφοντας τη διαδρομή του όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και επισκέφθηκε το πατρικό του σπίτι, επιστρέφοντας στο δικό του, το προσφυγικό: «Πήγα στο σπίτι μου, που πλέον δεν είναι το σπίτι μου αλλά το σπίτι κάποιου άλλου και επέστρεψα στο σπίτι μου που δεν είναι και σπίτι μου γιατί ήταν το σπίτι κάποιου άλλου».

Επέλεξες λογοτέχνες των τελευταίων δεκαετιών, δίνοντας έμφαση στους νεότερους. Πώς αντιμετωπίζει αυτή η γενιά ζητήματα ταυτότητας και μνήμης; Ήθελα μέσα από αυτή την επιλογή να δείξω τη δυναμική και την προοπτική. Οι νεότερες γενιές και στις δύο κοινότητες, δεν αναπαράγουν την τραγωδία του ’74 και τον πόνο της εισβολής ως ένα στατικό γεγονός. Το θεματοποιούν στη δυναμική δραματική του εξέλιξη, γιατί βιώνουν τις συνέπειες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες. Τον εποικισμό και την πολιτισμική αλλοτρίωση που γίνεται με τόσο βίαιο τρόπο από την Τουρκία. Και ακριβώς αυτό που θέλω να φανεί είναι ότι η εντοπιότητα στη λογοτεχνία των Τουρκοκυπρίων αποτελεί μια μορφή αντίστασης στην κατοχή. Νιώθουν την ανάγκη να υπογραμμίσουν τη διαφορετικότητά τους δέκα φορές περισσότερο από εμάς. Η δική τους δημιουργία είναι πιο έντονα κυπροκεντρική από τη δική μας, γιατί υπάρχουν λόγοι. Στη γενιά των τριαντάρηδων, ένα από τα παραδείγματα είναι πως γράφουν και στις δύο κοινότητες για το ζήτημα της στράτευσης, ένα θέμα αρκετά επώδυνο, στην άλλη πλευρά ακόμα πιο έντονα, γι’ αυτό και έχουμε πολλούς συνειδητά αντιρρησίες συνείδησης, αρκετοί από τους οποίους είναι και δημιουργοί. Αυτή η πτυχή θεματοποιήθηκε στην ποίησή τους.

Η δική μας αντίσταση ποια είναι; Το περιγράφει ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ μέσω της φράσης «έγινε ιδεατό κτήμα μας η ολική Κύπρος». Υπάρχει η λογοτεχνία και στη μια κοινότητα και στην άλλη που υπηρετεί το όραμα της ολικής Κύπρου. Της Κύπρου που είναι πατρίδα όλων των παιδιών της. Όπως είπε και ο Κυριάκος Μάτσης, «Δεν με ενδιαφέρει ποιοι θα ζουν σε αυτή τη γη. Εκείνο που έχει σημασία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους».

Ποιος θεωρείς ότι είναι ο κύριος αντίλογος στις κυρίαρχες εθνικές αφηγήσεις; Ό,τι ισχύει στον πολιτικό λόγο, που όποιος εκφεύγει του εθνικού αφηγήματος είναι ύποπτος ή καταδικαστέος, ισχύει και στο επίπεδο της λογοτεχνικής δημιουργίας, σε μικρότερο βαθμό. Έχουμε αρκετούς λογοτέχνες και στη δική μας κοινότητα που εκφεύγουν του εθνικού αφηγήματος, όπως ο Βάκης Λοϊζίδης και ο Αλέξανδρος Χρονίδης για παράδειγμα. Στην άλλη πλευρά είναι απείρως περισσότεροι και με μεγαλύτερο κόστος. Κι αυτό διότι μπαίνουν στη μπούκα της Τουρκίας. Υπάρχουν Τ/κ λογοτέχνες όπως και δημοσιογράφοι, που τους απαγορεύεται η είσοδος στην Τουρκία. Είναι ανεπιθύμητοι από το τουρκικό καθεστώς.

Με ποιες θεματικές το εκφράζουν; Δεν ασπάζονται το ότι θα τους έσφαζαν οι Ελληνοκύπριοι, για παράδειγμα. Όταν αναδεικνύουν το πώς νιώθουν έχοντας επαφή με την ελληνοκυπριακή κοινότητα ή όταν υμνούν τις ρίζες τους, πρωτίστως όταν αυτές είναι στη Λάρνακα ή στη Λεμεσό ή στην Πάφο. Και δεν είναι τυχαίο που οι Τουρκοκύπριοι που γεννήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές, επιστρέφουν εκεί μέσα από τα έργα τους. Οι δικοί μας λογοτέχνες δεν μιλούν για τη Γιαλούσα, το Καρπάσι; Είναι το ίδιο συναίσθημα, δεν διαφέρει.

«’Η Άγνωστη που μας μοιάζει’ είναι μια πράξη αναγνώρισης και ένα άνοιγμα προς τον Άλλον που, τελικά, δεν είναι τόσο άλλος όσο νομίζαμε», αναφέρεται στη εισαγωγή. Παραμένει ακόμα και σήμερα ο Τουρκοκύπριος «Άλλος»; Δυστυχώς, ναι, παραμένει. Γιατί τα όσα συμβαίνουν εκεί δεν μας «αφορούν». Πριν από δύο χρόνια βιώσαμε μια τεράστια τραγωδία με τον σεισμό στην Τουρκία, στον οποίο σκοτώθηκαν 39 Τουρκοκύπριοι μαθητές και δάσκαλοι, όλη η κοινότητα ήταν συντετριμμένη και για εμάς ήταν ένα μονόστηλο ή δίστηλο στις εφημερίδες. Βγαίνει ο κόσμος στους δρόμους και διαμαρτύρεται για τις τιμές, τον πληθωρισμό, την ΑΤΑ με μαζικές κινητοποιήσεις και το διαχειριζόμαστε ως να μην μας αφορά. Μας αφορά, όμως. Όταν συμβαίνει μια τραγωδία στο σπίτι του γείτονά σου, τη βιώνεις. Και οφείλεις να είσαι δίπλα του.

Σε αυτή την άγονη περίοδο, χωρίς προοπτικές ορατές για τη λύση του Κυπριακού, θα μπορούσε η λογοτεχνία να προηγηθεί της πολιτικής; Όταν υπάρχει αυτή η στασιμότητα, η θολούρα, είναι ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη και των δικοινοτικών επαφών και των συλλογικών πράξεων γιατί είναι μια διαρκής υπόμνηση σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις ότι τα πράγματα δεν πρέπει και δεν μπορούν να μείνουν έτσι. Στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου, η αίθουσα ήταν κατάμεστη, με δεκάδες Τουρκοκύπριους παρόντες. Και το ότι ήρθαν δύο πολιτικοί αρχηγοί, ο Στέφανος Στεφάνου εκ μέρους του ΑΚΕΛ και η Σιλά Ουσάρ Ιντζιρλί εκ μέρους του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος για να αγκαλιάσουν την ιδέα, δεικνύει ότι πέρα από την όποια αξία έχει λογοτεχνικά ή αισθητικά το βιβλίο, έχει και μια αξιοποιήσιμη πολιτική χροιά.

Πώς υποδέχτηκε το βιβλίο η τουρκοκυπριακή πλευρά; Απείρως πιο θερμά απ’ ό,τι το υποδέχτηκε η ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η φήμη για το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν ακόμα τυπωθεί και ο κόσμος το περίμενε. Το αίτημα που μου θέτουν επιτακτικά είναι να μεταφραστεί στα τουρκικά. Παρόλο που απευθύνεται στο ελληνόφωνο κοινό ως ελληνοκυπριακή οπτική στα δικά τους λογοτεχνήματα, θεωρούν πως πρέπει να το κατέχουν γιατί τους ενδιαφέρει πώς τους βλέπει ο δικός τους «Άλλος». Οι ίδιοι λογοτέχνες το θεώρησαν τιμή, εξού και πολλοί ήταν παρόντες στην παρουσίαση και έβλεπα τη συγκίνηση στα πρόσωπά τους.

Αν έπρεπε να κρατήσουμε ένα βασικό μήνυμα, ποιο θα ήταν αυτό; Ο πολιτισμός ενώνει, δίνει οράματα, δύναμη, πίστη. Φτάνει να τον κατακτήσουμε. Δεν είναι κρίμα να μην γνωρίζουμε τη λογοτεχνία που παράγεται στη διπλανή πόρτα; Η τουρκοκυπριακή λογοτεχνία έχει θέση στα δημόσια εκπαιδευτήριά, όπως και η ελληνοκυπριακή λογοτεχνία έχει θέση στα εκπαιδευτήρια της άλλης κοινότητας. Υπάρχει ένα κοινό λογοτεχνικό γίγνεσθαι που οφείλουμε και οι δυο κοινότητες να μελετήσουμε και να αναδείξουμε. Η λογοτεχνία αποτελεί μια γέφυρα και δεν μπορώ να φανταστώ πιο ισχυρό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης από τη συνάφεια του πολιτισμού που παράγεται εκατέρωθεν.

Ελεύθερα, 10.05.2026