Η ιστορικός τέχνης, δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαρίνα Σχίζα υπογράφει την έρευνα και τη συγγραφή της έκδοσης «Η Αμμόχωστος της εικαστικής δημιουργίας», καταγράφοντας σε 400 σελίδες ζωντανά τεκμήρια ενός πολιτισμού που δεν έχει σβήσει· μιας πόλης που υπήρξε ζωντανό κέντρο τέχνης και πολιτισμού και που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν.

Την καλλιτεχνική διαδρομή της Αμμοχώστου σε 400 σελίδες παρουσιάζει η επαυξημένη β’ έκδοση «Η Αμμόχωστος της εικαστικής δημιουργίας», που κυκλοφορεί από τον Σύλλογο Αποφοίτων και Φίλων Ελληνικών Γυμνασίων Αμμοχώστου.

Μέσα από στοιχεία για τη σταδιοδρομία και το έργο καλλιτεχνών, καθηγητών Τέχνης, καθώς και πολιτιστικών ιδρυμάτων, αναδεικνύεται το πολύτιμο πολιτιστικό αποτύπωμα της πόλης.

Όπως εξηγεί η Μαρίνα Σχίζα, το υλικό αντλήθηκε και τεκμηριώθηκε από αρχεία, μεταξύ των οποίων και εκείνο του διευθυντή, λογοτέχνη Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, καθώς και από καλλιτέχνες και προσωπικότητες που έζησαν και δημιούργησαν στην Αμμόχωστο, συμβάλλοντας στη διάσωση και ανάδειξη της καλλιτεχνικής της μνήμης.

Δημοτική Βιβλιοθήκη- Πινακοθήκη, 2021 © Ελένη Παπαδοπούλου

Στην έκδοση ενσωματώνονται επίσης πρόσφατες φωτογραφίες από την περίκλειστη πόλη, καθώς και μέρος των 219 έργων που επιστράφηκαν από Τουρκοκύπριους το 2019.

«Ο ρόλος της τέχνης ήταν καθοριστικός για την Αμμόχωστο» εξηγεί η Μαρίνα Σχίζα. «Από τα Ελληνικά Γυμνάσια Αμμοχώστου, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη-Πινακοθήκη, το Λύκειο Ελληνίδων, το Τμήμα Κεραμικής της Τεχνικής Σχολής, καθώς και τις Καλοκαιρινές Σχολές Τέχνης του Στας Παράσκου και του Άντη Χατζηαδάμου, διαμορφώθηκε ένας ισχυρός πυρήνας καλλιτεχνικής παιδείας, που μετέτρεψε την πόλη σε ζωντανό κέντρο τέχνης και πολιτισμού, με σημαντική παρουσία στη ζωγραφική, τη γλυπτική και την κεραμική.

Πιστεύω βαθιά πως η ιστορία της πόλης δεν έχει ακόμη ειπωθεί ολόκληρη. Ο πολιτισμός που ανέπτυξε η Αμμόχωστος μέχρι το 1974 υπήρξε τόσο πλούσιος και πολυδιάστατος, ώστε ίσως στα χρόνια που έρχονται να έρθουν στο φως νέα στοιχεία», λέει σήμερα, λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση της έκδοσης.

-Πώς ξεκίνησε η έρευνα για το βιβλίο για την Αμμόχωστο; Η πρόταση από τον Σ.Α.Φ.Ε.Γ.Α. το 2005 να γράψω, ένα βιβλίο για την εικαστική ανάπτυξη της Αμμοχώστου αποτέλεσε για μένα μια μεγάλη πρόκληση, καθώς ήδη από το 2003, με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, επισκεπτόμουν συχνά τη μεσαιωνική Αμμόχωστο και αρχαιολογικούς χώρους, όπως τη Σαλαμίνα, επιδιώκοντας να γνωρίσω σε βάθος την ιστορία τους.

Ξενοδοχείο Ασπέλια. Στην είσοδο στέκεται ακόμη όρθιο το επιτοίχιο κεραμικό του Βαλεντίνου Χαραλάμπους, ©Ελένη Παπαδοπούλου

-Αυτή η δεύτερη έκδοση πώς εμπλουτίστηκε περισσότερο; Με νέες μαρτυρίες και μνήμες, με στόχο να αποτυπώσω όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα το μωσαϊκό της πόλης, όπου η τέχνη και η δημιουργία αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξής της. Η πρώτη έκδοση ήταν κυρίως αφηγηματική και βασισμένη σε προφορικές μαρτυρίες· η δεύτερη είναι πιο τεκμηριωμένη, με περισσότερες φωτογραφίες, νέο αρχειακό υλικό και ιστορικά δεδομένα.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η αναθεωρημένη αυτή έκδοση θα έλεγα πως αποτέλεσε αναγκαιότητα, ως προς την καταγραφή σημαντικών στοιχείων που έχουν προκύψει ή έρθει στο φως. Σημαντικός σταθμός στην αναζήτηση νέου υλικού υπήρξε, φυσικά, το άνοιγμα μέρους της περίκλειστης πόλης στα τέλη του 2020. Τότε οι αφηγήσεις απέκτησαν υλική υπόσταση: έγιναν πιο συγκεκριμένες, αλλά και πιο σκληρές. Πρόκειται για μια μετάβαση από τη μνήμη στο τεκμήριο, μέσα από αφηγήσεις καλλιτεχνών και ανθρώπων που έζησαν την Αμμόχωστο πριν από το 1974, αλλά και μετά.

-Υπήρξαν καλλιτεχνικά και ιστορικά στοιχεία που επανήλθαν στο φως; Ναι. Για πρώτη φορά σκόρπιες μαρτυρίες και αφηγήσεις συγκεντρώθηκαν και εντάχθηκαν σε μια συνεκτική δομή, επιτρέποντας μια πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση της καλλιτεχνικής ζωής της Αμμοχώστου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μιχαλάκη Χατζηδημητρίου – Χατζή, του οποίου το όνομα καταγράφηκε για πρώτη φορά το 2005, κυρίως μέσα από αφηγήσεις, όπως εκείνες του Γιώργου Σκοτεινού και για πρώτη φορά δημοσιεύτηκε και έργο του.

Με την επιστροφή έργων από τα κατεχόμενα το 2019 ήρθαν στο φως και άλλα έργα του, τα οποία, σύμφωνα με καταγραφές στο αρχείο Πιερίδη, είχαν δωρισθεί από τον ίδιο στην Πινακοθήκη. Σημαντικά επίσης στοιχεία ήρθαν στο φως για το Τμήμα Κεραμικής μέσα από το αρχείο των καθηγητών Ανδρέα και Τζάνετ Ποαρός.

Η πρόσοψη του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, 2021 ©Τάσος Δημητριάδης

-Πώς ήταν η εμπειρία της επίσκεψης στο Βαρώσι; Ήταν συγκλονιστική. Περπατούσα στην οδό Δημοκρατίας και έβλεπα το Ελληνικό Γυμνάσιο, το Λύκειο Ελληνίδων, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη–Πινακοθήκη, το Περοκέ, το Σινεμά Χατζηχαμπή…

Όσα είχα ακούσει γίνονταν εικόνα. Ήταν σαν να μπαίνεις σε έναν τόπο όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Το βίωσα άμεσα και έντονα, αλλά και ως μια τραγική εικόνα εγκατάλειψης και φθοράς. Όταν ανέβηκα στην Πινακοθήκη και άρχισα να φωτογραφίζω, κάποιοι αστυνομικοί μού ζήτησαν να διαγράψω τις φωτογραφίες— και εκεί, για μια στιγμή, η σιωπή έγινε πιο βαριά από τις εικόνες. Έκτοτε, επιστρέφω πολύ συχνά.

-Τι αποκόμισες περπατώντας στους δρόμους της πόλης; Ένιωσα πως οι ιστορίες που είχα συλλέξει δεν ήταν μόνο λόγια και αρχεία· ήταν εκεί, παρούσες. Και μαζί με αυτή τη βιωματική εμπειρία εντάθηκε και μια άλλη συνειδητοποίηση: ότι, ενώ πολλά στοιχεία χάθηκαν με την πάροδο των χρόνων, άλλα διασώθηκαν και εξακολουθούν να υπάρχουν δημιουργίες που στέκονται μέσα στην εγκατάλειψη.

Μεγάλα μνημειακά έργα παραμένουν όρθια: στο ξενοδοχείο Ασπέλια, το επιτοίχιο έργο του κεραμίστα Βαλεντίνου Χαραλάμπους· στο νυχτερινό κέντρο «Περοκέ», οι τοιχογραφίες του Χριστόφορου Σάββα· οι ζωγραφιές στους τοίχους του παραλιακού σπιτιού του Πολ Γεωργίου — και, ίσως, αρκετά ακόμη που δεν έχουν εντοπιστεί, αποδεικνύοντας πως η πόλη συνεχίζει να αναπνέει. Αυτά τα έργα οφείλουμε να τα διασώσουμε, παρά τις δύσκολες πολιτικές συνθήκες.

Εσωτερικό του κέντρου Περοκέ με φόντο τα έργα του Χριστόφορου Σάββα, 2021 © Ελένη Παπαδοπούλου

-Ποια ήταν τα πιο συγκλονιστικά σημεία της έρευνας; Μία από τις πιο έντονες εμπειρίες ήταν όταν μπήκα σε περιοχές που ήταν σχεδόν απαγορευμένες ή επικίνδυνες, όπως η ιστορική οδός Ερμού, στην οποία κατάφερα να εισέλθω δύο φορές.

Οδός Ερμού. Στον αριθμό 136 είναι το σπίτι του Πολ. Γεωργίου, μισογκρεμισμένο σήμερα, 2023 ©Μαρίνα Σχίζα

Έφτασα μέχρι το σπίτι του Πολ Γεωργίου, στον αριθμό 136· ήθελα να δω από κοντά τον χώρο, να καταλάβω τι έχει απομείνει. Το ίδιο σκηνικό που είχα δει στις φωτογραφίες — εγκαταλελειμμένο. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, ήταν ένας χώρος που εξακολουθούσε να φέρει το ίχνος της δημιουργίας. Αντίστοιχα, στο ξενοδοχείο Ασπέλια, όταν αντίκρισα το τεράστιο επιτοίχιο έργο του Βαλεντίνου Χαραλάμπους, η εμπειρία ήταν εξίσου συγκλονιστική.

Επίσης, έφτασα πολύ κοντά στην οδό 28ης Οκτωβρίου, όπου βρισκόταν το Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά ο δρόμος παρέμενε απροσπέλαστος.

Εξίσου δυνατές ήταν και οι συνεντεύξεις με ανθρώπους που βίωσαν την πόλη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και από διαφορετικές οπτικές. Μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδύθηκαν εικόνες της ζωής πριν και μετά το 1974, καθεμία με τον δικό της, ξεχωριστό τρόπο.

Μία από αυτές ήταν η συνέντευξη με τη Νίνα Ιακώβου, την οποία συνάντησα στις 14 Μαΐου 2024 και η οποία έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες μετά, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

-Ποιο είναι το τελικό σου συμπέρασμα μετά την ολοκλήρωση της έκδοσης; Η Αμμόχωστος δεν είναι ένας τόπος που χάθηκε· συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την τέχνη της. Η τέχνη είναι το πιο αυθεντικό αποτύπωμα, ένας από τους πιο ανθεκτικούς φορείς μνήμης.

Η Αμμόχωστος είναι τόπος τραύματος, αλλά και μεγάλης πολιτιστικής ενέργειας. Και ίσως αυτό να συνοψίζει και την κατεχόμενη Κύπρο: έναν τόπο τραύματος που, μέσα από τη μνήμη και την τέχνη, αρνείται να σιωπήσει.

Ελεύθερα, 10.05.2026