Ανδρέας Αντωνίου, «Μικρές αδελφές ΙΙ: Πυγολαμπίδα», εκδόσεις Βακχικόν 2025.
Ο Αντρέας Αντωνίου πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 2010 και έχει ήδη στο παλμαρέ του έξι ποιητικές συλλογές. Αυτή που θα επιχειρήσω να παρουσιάσω στη συνέχεια είναι η έβδομη. Η ποίησή του διακρίνεται από μια αέναη έφεση στην αποδόμηση, στην απομυθοποίηση και τη διακωμώδηση. Ο ποιητής είναι ένα μεγάλο παιδί που αρέσκεται να βγάζει τη γλώσσα του έξω και να κοροϊδεύει τους πάντες.
Το ανήσυχο πνεύμα του προσλαμβάνει συχνά διακηρυχτικό και πομπώδη χαρακτήρα: «Η Μούσα μου δεν βρίσκεται ανάμεσα στ’ αστέρια / η Μούσα μου, όταν περπατά, πατά πάνω στη γη / έχει κομμένα τα φτερά και ματωμένα χέρια / ένα φιλί τής Μούσας μου ματώνει σαν πληγή». (σελ. 9)

Ο Α.Α. δελεάζεται συνεχώς από τα παίγνια με τις αντινομίες, τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις, όλα τα έτσι μα και όλα τα αλλιώτικα: «Καρδιά μου, συνυπάρχουμε μόνο κατά την πτώση / ακόμη κι όταν πέφτουμε ολόισια στη φωτιά… /…γιατί ελπίζουμε, καρδιά μου, σ’ ένα λάθος / που θα μας σώσει από όλα τα σωστά». (σελ. 15)
Ιδιαίτερα θα ήθελα να μνημονεύσω ένα ερωτικό, ευτράπελο, σατιρικό, τρυφερό, ευφάνταστο και χιουμορίστικο ποίημα, το οποίο έχει αποδοθεί στην κυπριακή διάλεκτο, σε ομοιοκατάληκτο πάντα στίχο: «Είσαι η σιόνα μου, η πούλλα τζαι ο κόπελλος / είσαι τα ούλα, το μιτσίν τζιαι το μιάλον / θέλω σε τόσο που γινίσκουμαι αρκόπελλος / τζαι αντακώνω να σου γράφω άλλα αντ’ άλλων». (σελ. 18)
Ασφαλώς, ένας ποιητής – πειραχτήρι δεν θα μπορούσε παρά να μέμφεται εαυτόν και να αυτοσαρκάζεται. Όταν η ειρωνεία του αγγίζει τους πάντες, πώς να μην αγγίξει τον εαυτό του: «Τα ποιήματά μου θέλουν τώρα διερμηνέα / κι ό,τι σου έγραψα τα νιώθεις μόνο εσύ. / Λείπεις και μπλέχτηκε η ζωή μου σαν κουβάρι / σου γράφω στίχους να σε φέρω πιο κοντά / μα πάλι νιώθω πως μιλώ με το ντουβάρι / και, παραδόξως, πότε πότε μου απαντά». (σελ. 20)
Ο ποιητής, σ’ αυτήν ειδικά τη συλλογή τίποτε δεν παίρνει εντελώς στα σοβαρά και τίποτε εντελώς στ’ αστεία. Βρίσκω ιδιαίτερα ευχάριστη την ανάλαφρη και αστεία αυτή προσέγγιση: «Τι είμαστε; Μια σύμπτωση. Αστέρια σε τροχιά. / Σε απωθώ και με τραβάς σχεδόν σαν τη βαρύτητα. / Ψεύτικα λόγια σου’ γραψα, μεγάλα και παχιά / ποιήματα που έμειναν για πάντα στα αζήτητα». (σελ. 24)
Πιο σπάνια ο ποιητής γίνεται υμνωδός της αντιφατικότητας και του παραλογισμού. Ενίοτε, του ανεξήγητα αρνητικού και αντιορθολογιστικού μυαλού. Συχνά, θεωρώντας ίαση την αυτοκαταστροφή. Όπως και να έχει, το μήνυμα είναι αισθητικά επαρκές: «Να είσαι εχθρός σε οτιδήποτε πετά / σ’ ότι σε κάνει ευτυχισμένο να λες όχι / και να γυρνάς μαζί με τ’ άλλα ερπετά / για να κρυφτείς από το φως σε κάποια κόχη». (σελ. 26)
Ποιητολογικά σπέρματα ιχνηλατούνται σε όλο το βιβλίο. Ωστόσο, πιο ουσιαστικό, εύστοχο ευκρινές και ευθύβολο, θεωρώ το τετράστιχο που ακολουθεί: «Η ποίηση της ομορφιάς δεν είναι το ρομάντζο / μα είναι σαν μια ανοιχτή κι αγιάτρευτη πληγή / λες και σου σκίζουν την καρδιά με σκουριασμένο γάντζο / κι ακούγεται σαν μουσική η κάθε σου κραυγή». (σελ. 32) Εδώ οι ευφάνταστες, δυνατές εικόνες που πλάθει η φαντασία του ποιητή είναι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες.
Ωστόσο, πιστεύω ότι ο Α.Α., στην προσπάθεια του να γράψει στίχους προσιτούς στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί λαϊκίστικες φράσεις και εκφράσεις του συρμού. Έτσι όμως αποδυναμώνει την αισθητική ρώμη του ποιήματος. Η ποίηση, κατά την ταπεινή μου γνώμη, οφείλει να αποφεύγει και τις εξεζητημένες φράσεις της λόγιας δηθενιάς, αλλά και τις καθημερινές απλοϊκότητες: «Και δωσ’ του πάλι εκεί, ντουγρού, τσακίζεσαι απτόητη / μια ζωή τα μούτρα σου να τρως χωρίς σκοπό / μικρή μου, ξεροκέφαλη κι ανώριμη κι ανόητη / κι ακόμη πιο ανόητος εγώ που σ’ αγαπώ». (σελ. 37)
Ο ποιητής ίσως θα πρέπει κάποτε να απελευθερωθεί από το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, ζευγαρωτή, πιο συχνά πλεκτή, σταυρωτή ή άλλη. Δεν θυμάμαι να έχω δει ούτε και ένα ποίημα του σε ελεύθερο στίχο. Γιατί δεν δοκιμάζει; Εξάλλου, έμμεσα, φαίνεται να συμμερίζεται και ο ίδιος αυτές τις σκέψεις: «Τα πιο καλά μου ποιήματα έχουνε δυσλεξία / κι η πιο γλυκιά μου έμπνευση μοιάζει μ΄ ένα νησί. / Στύβω τον νου μου για να βρω ομοιοκαταληξία / όμως οι λέξεις χάνονται κι υπάρχεις μόνο εσύ». (σελ. 42)
Στη συλλογή, αρχή – αρχή μάλιστα, περιλαμβάνεται κι ένα σχετικά μακροσκελές ποίημα, αφιερωμένο στην αφεντιά μου. Θα ήταν στρουθοκαμηλισμός να καμωθώ ότι δεν το είδα. Χωρίς περικοκλάδες, λέω ότι αυτό το ποίημα δεν περιποιεί τιμή ούτε σε μένα ως …μούσα (!), ούτε στο δημιουργό του. Πρόκειται για ένα ειρωνικό, χλευαστικό, υποτιμητικό και απαξιωτικό πόνημα, στα όρια της πομπής και της λοιδορίας. Φαίνεται κάποιες κριτικές επισημάνσεις μου στην προηγούμενη παρουσίαση δουλειάς του Α.Α. και συγκεκριμένα για τη συλλογή «Andro II: Πάνθεον», εκδόσεις Βακχικόν 2020, που δημοσιεύτηκαν εδώ στη στήλη στις 25.7.2021, δεν άρεσαν.
Παραθέτω την κατακλείδα του ποιήματος: «Κι αν λείπει απ’ τους στίχους μου κάθε πρωτοτυπία / κι αν, όντως, τίποτα άλλο πια δεν έμεινε να πω / αυτό που για τους κριτικούς μοιάζει κοινοτοπία/ για μένα είναι η έμπνευση, η Μούσα που αγαπώ». (σελ. 11) Βεβαίως, τέτοιος κατηγορηματικός ισχυρισμός δεν εμπεριέχεται στην προηγηθείσα κριτική μου. Ουδέποτε γράφω κριτική για να αποθαρρύνω κάποιον, πάντα για να ενθαρρύνω γράφω. Όμως, δεν είναι κρίμα να ξοδεύεται τόσο ταλέντο για να ικανοποιηθούν τόσο χαμηλά συναισθήματα;