Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε μια νέα φάση έντασης ή και πιο βαθιάς όξυνσης, με αφορμή το επικείμενο τουρκικό νομοσχέδιο που σχετίζεται με τη στρατηγική αντίληψη της «Γαλάζιας Πατρίδας», και με βαθύτερες αιτίες δομικές που συνδέονται με τη συνολική αναδιάταξη ισχύος σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.
Το υπό διαμόρφωση σχέδιο νόμου, γνωστό και ως Νόμος για τις Περιοχές Θαλάσσιας Δικαιοδοσίας, στοχεύει να νομιμοποιήσει σε εθνικό δικαίωμα τις τουρκικές διεκδικήσεις σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο, Μαύρη Θάλασσα και Μαρμαρά και βρίσκεται στην τελική του φάση πριν κατατεθεί πιθανώς εντός Ιουνίου,
Το προσχέδιο θα συγκεντρώνει σε έναν νόμο όλα τα θέματα που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της Τουρκίας έτσι ώστε να δημιουργήσει νομική βάση για απαιτήσεις που μέχρι σήμερα ήταν μόνο στρατηγική και το ίδιο πρωί που εντείνονται οι ανησυχίες για τη «Γαλάζια Πατρίδα», η ελληνική κυβέρνηση διέταξε την απόσυρση των πυραυλικών συστημάτων Patriot από θέσεις σε βόρεια Ελλάδα και την Κάρπαθο, εν μέσω των γενικότερων γεωπολιτικών εντάσεων.
Το πολύ ανησυχητικό:
Το σχέδιο νόμου μπορεί να παραχωρεί στον πρόεδρο και στις τουρκικές δυνάμεις δικαιώματα παρέμβασης σε περιοχές που δεν έχουν οριστεί ΑΟΖ βάσει του διεθνούς δικαίου και να επιτρέπει μονομερείς χαρακτηρισμούς «ειδικών» θαλάσσιων ζωνών χωρίς διαπραγμάτευση.
Εδώ και καιρό το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο δεν αντιμετωπίζει με την απαιτούμενη σοβαρότητα ούτε την Τουρκία ούτε το Κυπριακό και ετσι οι εξελίξεις βρίσκουν την Ελλάδα απροετοίμαστη, επειδή κυριαρχεί μια πολιτική εφησυχασμού και εξάρτησης από ξένες δυνάμεις.
Η αλλαγή δε της διεθνούς αρχιτεκτονικής, η οποία εξελίσσεται εδώ και χρόνια αλλά πλέον επιταχύνεται εντυπωσιακά έχουν στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής την υποχώρηση της ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών και την αποδυνάμωση του ρόλου τους ως παγκόσμιου και περιφερειακού ηγεμόνα.
Οι ΗΠΑ, χωρίς να έχουν βεβαίως σε καμία περίπτωση καταρρεύσει, τα έχουν βρει μπαστούνια στον Περσικό Κόλπο, με τις χώρες του Κόλπου πλέον να μην βλέπουν τις ΗΠΑ ως προστάτη, αλλά ως βάρος, με τη Σαουδική Αραβία να επιχειρεί υπόγεια να αποστασιοποιηθεί εν μέρει από την πολιτική των «δύο κρατών», ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται να φλερτάρουν με μια επικίνδυνη όξυνση με το Ιράν.
Η Τουρκία ως κράτος που έχει προετοιμαστεί εδώ και χρόνια για μια εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ θα υποχωρούν ή θα αποσύρονται από την περιοχή. εμφανίζεται να θεωρεί ότι διαθέτει ένα στρατηγικό παράθυρο ευκαιρίας για να προβάλλει πιο δυναμικά τον νεοοθωμανικό της προσανατολισμό και να θέσει πιο ανοιχτά και επιθετικά τις επιδιώξεις της. Σε αυτή τη λογική εντάσσει και το φημολογούμενο νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», το οποίο αποτελεί έκφραση μιας πιο ξεκάθαρης προσπάθειας να μετατρέψει τις διεκδικήσεις της σε πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη συγκυρία ακριβώς επειδή οι ΗΠΑ την έχουν ανάγκη, ενώ το Ιράν, βρίσκεται σε έναν υπαρξιακό πόλεμο και άρα δεν μπορεί να εστιάσει πλήρως στην τουρκική επέκταση.
Αναφορικά με τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Τουρκία λόγω του προγράμματος των F-35, αυτές οι κυρώσεις, που είναι σωστές λειτούργησαν ως επιταχυντής για την ανάπτυξη των τουρκικών δυνατοτήτων και κυρίως της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, καθώς η Άγκυρα στράφηκε σε ενίσχυση της αυτονομίας της και σε διεύρυνση συμμαχιών. Αντίθετα Ελλάδα και Κύπρος, που υποτίθεται ότι ωφελήθηκαν από την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα, στην πραγματικότητα οδηγήθηκαν σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ και σε ακόμη πιο βαθιά προσκόλληση στη αίσθηση περί αμερικανικής προστασίας, γεγονός που ίσως μας καθιστά πιο αδύναμους.
Η Ελλάδα και ο ευρύτερος Ελληνισμός βρίσκονται σε ενα στορικό σταυροδρόμι, όπου οι διεθνείς μεταβολές, η αποδυνάμωση των ΗΠΑ, η στρατιωτική και πολιτική κρίση του Ισραήλ και η αναβαθμισμένη τουρκική στρατηγική δημιουργούν ένα επικίνδυνο περιβάλλον. Η Τουρκία αξιοποιεί αυτό το ευνοϊκό παράθυρο για να προωθήσει τον νεοοθωμανισμό και να κατοχυρώσει θεσμικά και στρατηγικά τη «Γαλάζια Πατρίδα», ενώ η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια πολιτική εξάρτησης.
Το ερώτημα είναι κατα πόσο η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να βασιστεί σε ένα μοντέλο προστασίας από την Αμερική και αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ που ναι πρέπει να συνεργάζονται με την Ουάσιγκτον, θα πρέπει και να την περιμένουν ως εγγυητή.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΕΕ δεν είναι ακριβως αδύναμη δεν είναι όμως και συναρμολογημένη, δηλαδή διαθέτει ισχύ αλλά δεν διαθέτει αντανακλαστικό, διαθέτει θεσμούς αλλά όχι ρυθμό, διαθέτει νομους όχι όμως επιβολή. Η Ευρώπη θα πρέπει να περάσει από τη θεωρητική στρατηγική αυτονομία στην επιχειρησιακή κυριαρχία, δηλαδή στην ικανότητα να λειτουργεί πραγματικά την ασφάλειά της.
Ένα άλλο βασικό θέμα είναι οι εξοπλισμοί και ειδικά η δυτική αεροπορική ισχύς. Σύμφωνα με αναλυτές διεθνούς κύρους αναφορικα με τα τα δυτικά αεροσκάφη, δοκιμάζονται τα προαναφερθεντα με την Τουρκία να χρησιμοποιεί αμερικανικής προέλευσης αεροπορική ισχύ σε διάφορα μέτωπα, από το Αιγαίο και την Κύπρο μέχρι τη Συρία, το Ιράκ, τη Λιβύη και τη Σομαλία. Παραδειγμα η ανάπτυξη τουρκικών F-16 στη Σομαλία κάτι που δείχνει ότι τέτοια μέσα μπορούν να μετακινηθούν σε απομακρυσμένες αρένες υπό πρόσχημα, ενώ η πιθανότητα παρουσίας τους στα κατεχόμενα θεωρείται ακόμα πιο επικίνδυνη, διότι θα σήμαινε ότι δυτική αεροπορική ισχύς προβάλλεται από κατεχόμενο ευρωπαϊκό έδαφος. Το κρίσιμο είναι εκτός από την πώληση των αεροσκαφών και η διατήρησή τους, επειδή η λειτουργικότητά τους εξαρτάται από ανταλλακτικά, λογισμικό, αναβαθμίσεις, όπλα, δεδομένα αποστολής, εκπαίδευση και πολιτική άδεια, άρα η Δύση έχει μοχλούς πίεσης.
Και…ναι η Τουρκία δεν πρέπει να λάβει F-35, όχι με καθυστέρηση αλλά με πλήρη άρνηση, εκτός αν αλλάξει ριζικά η στρατηγική συμπεριφορά της, διότι ένα stealth αεροσκάφος στα χέρια μιας χώρας που κατέχει την Κύπρο, πιέζει την Ελλάδα, απειλεί το Ισραήλ, φιλοξενεί τη Χαμάς, συνεργάζεται με τη Ρωσία και αξιοποιεί την ασάφεια ως όπλο, είναι η ίδια η κρίση εν αναμονή. Η υποστήριξη των τουρκικών F-16 πρέπει να γίνεται μόνο υπό όρους, ώστε η δυτική αεροπορική ισχύς να μην μετατραπεί σε μηχανή τουρκικού εξαναγκασμού.
Οσον αφορα τον Λίβανο είναι χώρα όμηρος της Χεζμπολάχ και η Τουρκία επιδιώκει ρόλο σε αυτό το σύστημα, ενώ το Ισραήλ δεν θα αντιμετωπίσει την ανασυγκρότηση της Χεζμπολάχ ως εσωτερική υπόθεση.
Το δε Ισραήλ είναι εξαρτημένο από τη θάλασσα για το εμπόριο, την ενέργεια, τα καλώδια και την πρόσβαση προς την Ευρώπη, άρα οποιαδήποτε τουρκική προσπάθεια να «στενέψει» τη Μεσόγειο και να δημιουργήσει θαλάσσια αβεβαιότητα επηρεάζει άμεσα την ισραηλινή ασφάλεια. Στο ίδιο πλαίσιο για την ευρύτερη θαλάσσια ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ αλ Μαντέμπ με την τουρκική στρατηγική, καθώς η αποδυνάμωση του Σουέζ αυξάνει τη σημασία εναλλακτικών διαδρομών και ενισχύει τη δυνατότητα της Τουρκίας να εμφανίζεται ως αναγκαία γέφυρα. Η θαλάσσια αρτηρία, όταν περιορίζεται, μετατρέπεται σε επιθετική πράξη και προκαλεί στρατηγικές αντιδράσεις. Γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστει με πλήρη άρνηση η κανονικοποίησης του τουρκολιβυκού μνημονίου: καμία αναγνώριση, καμία χρηματοδότηση, καμία ασφαλιστική κάλυψη, καμία εμπορική νομιμοποίηση και καμία ανοχή σε έρευνες που στηρίζουν τη φαντασιακή γραμμή.