Οι Κύπριοι ψήφισαν. Οι υποψήφιοι (και νεοκλεγέντες βουλευτές), όμως, «αψήφησαν». Ως λογοπαίγνιο είναι εύηχο, ως πραγματικότητα, όμως, βιώνεται τραγικά.
Αψήφησαν αρχές. Αψήφησαν ιστορικές αλήθειες. Αψήφησαν ακόμη και εκείνα τα στοιχειώδη πολιτικά αντανακλαστικά πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία εδώ και δεκαετίες. Το ψευδοκράτος να επευφημείται ως “Τουρκική Δημοκρατία Βορείας Κύπρου”, και να κατηγοριοποείται ως “μερικώς αναγνωρισμένο” κράτος, λες και πρόκειται για διεθνή ιδιομορφία και όχι για παράνομα αποσχιστικό μόρφωμα, εγκαθιδρυμένο επί κατεχόμενου εδάφους και αναγνωριζόμενο αποκλειστικά από την Τουρκία. Η Κωνσταντινούπολη να αποκαλείται «Ίνσταμπουλ», με μια σχεδόν επιδεικτική αποποίηση της ελληνικής ιστορικής ταυτότητας που συνοδεύει την πόλη επί αιώνες.
Και όλα αυτά, εν μέρει, επειδή το ίδιο το Κυπριακό Σύνταγμα θέτει κατώφλι εκλογιμότητας τόσο χαμηλό, που αν εξαιρέσουμε, το ηλικιακό περιορισμό, οι περιπτώσεις αποκλεισμού είναι σχεδόν αμελητέες.
Τρεις είναι οι σχετικές προυποθέσεις βάσει του Αρ. 64: ο υποψήφιος να είναι Κύπριος πολίτης ο οποίος: (α) έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, (β) δεν έχει καταδικασθεί για ατιμωτικό αδίκημα ή αδίκημα ηθικής αισχρότητας ή δεν έχει στερηθεί της εκλογιμότητας κατόπιν δικαστικής απόφασης λόγω εκλογικού αδικήματος, και (γ) δεν πάσχει από διανοητική νόσο που να τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Όμως:
- Η συμπλήρωση του 21ου έτους ηλικίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ωριμότητα (και, δη, πολιτική! ωριμότητα) και ικανότητα συμμετοχής στο νομοθετικό έργο. Η ενηλικίωση δεν ταυτίζεται με τη συγκρότηση πολιτικής σκέψης, ούτε, ασφαλώς, η δημοφιλία με την επάρκεια.
- Η απουσία καταδίκης δεν συνιστά τεκμήριο ηθικής αξιοπιστίας. Το Σύνταγμα αρκείται στην έλλειψη δικαστικώς διαπιστούμενης απαξίας, αγνοώντας για την ύπαρξη αποδεδειγμένης εντιμότητας και στοιχειώδους πνευματικής συγκρότησης.
- Και το γεγονός ότι κάποιος δεν πάσχει από διανοητική νόσο δεν σημαίνει ότι διαθέτει κρίση, ιστορική συνείδηση ή ικανότητα κατανόησης των συνεπειών του δημόσιου λόγου του. Η πολιτική ανεπάρκεια, δυστυχώς, δεν αποτελεί νομικώς αναγνωρισμένη μορφή ανικανότητας, παρόλο που συχνά αποδεικνύεται καταστροφική για ολόκληρα έθνη.
Το Σύνταγμα, επομένως, κατοχυρώνει ένα καθεστώς σχεδόν καθολικής προσβασιμότητας στο βουλευτικό αξίωμα, χωρίς ουσιαστικά ποιοτικά φίλτρα ή αξιολογικά κριτήρια καταλληλότητας. Και αυτό θα ήταν ίσως λιγότερο ανησυχητικό, αν ο ρόλος της Βουλής περιοριζόταν σε μια μηχανική διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων (ένα απλό ΝΑΙ/ΟΧΙ). Δεν περιορίζεται, όμως, εκεί.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, στη διαχείριση κρίσιμων οικονομικών και θεσμικών ζητημάτων, στην αναθεώρηση του Συντάγματος και στη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία του κράτους και τα δικαιώματα των πολιτών. Κι όμως, τίποτε εκ των ανωτέρω δεν προϋποθέτει την ύπαρξη θετικών ποιοτικών χαρακτηριστικών, παρά την απουσία συγκεκριμένων κωλυμάτων!
Η ποικιλομορφία επιλογών είναι ευνοϊκή για τη “ψήφο διαμαρτυρίας”, και σε έναν βαθμό, υπήρξε αναγκαία. Η πολιτική, όμως, δεν είναι πεδίο εργαλειοποίησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, ούτε η ψήφος μέσο εκτόνωσης της κοινωνικής αγανάκτησης. Η Δημοκρατία προϋποθέτει ευθύνη, και τελικώς, εμείς οι ίδιοι καθιστάμεθα συνυπεύθυνοι για το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνουμε.
Αργά ή γρήγορα, η πολιτική πραγματικότητα αποκαλύπτει ότι η έλλειψη κρίσης μπορεί να οδηγήσει τον λαό από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, από τα κακώς κείμενα που επιδίωξε να τιμωρήσει, σε πολύ επικινδυνότερες πραγματικότητες που ο ίδιος εξέθρεψε..
* Νομικός