Το 1976, οι Diana Russell και Nicole Van de Ven, συγγραφείς του βιβλίου «Crimes Against Women: Proceedings of the International Tribunal», καθιέρωσαν έναν νέο όρο, τη «γυναικοκτονία».
O όρος femicide διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1976 στο «Διεθνές Δικαστήριο για τα εγκλήματα σε βάρος των γυναικών» από τη φεμινίστρια κοινωνιολόγο Diana Russell, που στόχο είχε να δοθεί ορατότητα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γυναικοκτονιών και να αναδειχθεί η διάκρισή τους από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας (homo-cide).
Ο ορισμός που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων από το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), παρουσιάζει την γυναικοκτονία ως τη «με πρόθεση ανθρωποκτονία γυναικών, επειδή είναι γυναίκες».
Η Διακήρυξη της Βιέννης για τις γυναικοκτονίες, του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ (ECOSOC), ορίζει τη γυναικοκτονία ως «τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών λόγω του φύλου τους» και αναφέρεται σε συγκεκριμένες εκφάνσεις του φαινομένου, όπως η δολοφονία γυναικών από τον νυν ή πρώην σύζυγο ή σύντροφο, η στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων, οι δολοφονίες που συνδέονται με εγκλήματα τιμής ή προίκας, εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους, η δολοφονία των Αβορίγινων και των αυτόχθονων γυναικών και κοριτσιών με βάση το φύλο τους, η παιδοκτονία κοριτσιών και η θανάτωση θηλυκών εμβρύων, οι θάνατοι που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, οι γυναικοκτονίες που συνδέονται με συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος, όπως εμπορία ναρκωτικών, ανθρώπων και όπλων κ.α. (Vienna Declaration on femicide, 21 February 2013).
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODOC 2018,2019), το 58% των γυναικών-θυμάτων ανθρωποκτονίας από πρόθεση, το έτος 2017, δολοφονήθηκε από τον σύζυγο/σύντροφο ή άλλο μέλος της οικογένειάς του. Ποσοστό το οποίο βρίσκεται σε αύξηση, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα στοιχεία του 2012, τα οποία αναφέρονταν σε ποσοστό 47%. Αυτό σημαίνει πως 50.000 γυναίκες κάθε χρόνο (137 γυναίκες κάθε μέρα, κατά μέσο όρο) δολοφονούνται στον πλανήτη με αυτό τον τρόπο.
Σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODOC, 2018 “Gender-related killing of women and girls”), οι 50.000 γυναικοκτονίες κατανέμονται στις ηπείρους ως εξής: 20.000 στην Ασία (0.9 ανά 100.000 γυναικών), 19.000 στην Αφρική (με το υψηλότερο όμως ποσοστό, 3.1 ανά 100.000), ακολουθεί η Αμερική με 8.000 (1.6 ανά 100.000), η Ευρώπη με 3.000 (0.7 ανά 100.000) και η Ωκεανία με 300 (1.3 ανά 100.000).
Αποφάσεις του ΕΔΑΔ
Το ΕΔΑΔ, στη σημαντική του απόφαση Bălșan κατά Ρουμανίας, στις 23-5-2017, ασχολήθηκε με την υπόθεση της κυρίας Balsan, η οποία απέκτησε από το γάμο της τέσσερα παιδιά με τον σύζυγο της, ο οποίος ήταν βίαιος προς την ίδια και τα παιδιά τους καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου.
Οι πράξεις βίας εντάθηκαν το 2007, κατά τη διάρκεια του διαζυγίου τους, και συνεχίστηκαν το 2008, όταν εκδόθηκε το διαζύγιο.
Δέχτηκε επίθεση από τον σύζυγό της συνολικά οχτώ φορές σε όλη τη χρονική περίοδο, και υπέστη σωματική κακοποίηση και ζημιά, κάτι το οποίο πιστοποιούνταν από ιατρικές εκθέσεις, οι οποίες ανέφεραν ότι έπρεπε η προσφεύγουσα να δεχτεί ιατρική περίθαλψη από δύο έως δέκα ημέρες.
Κατήγγειλε τα περιστατικά βίας στις αρχές, αλλά τα δικαστήρια αθώωσαν τον σύζυγό της. Κατά τη διάρκεια των ποινικών ερευνών και των δικαστικών διαδικασιών, η προσφεύγουσα συνέχιζε να εφιστά την προσοχή των αρχών στην καταχρηστική συμπεριφορά του συζύγου της, προειδοποιώντας τους ότι η ίδια φοβόταν για τη ζωή της. Εντούτοις, δεν λήφθηκαν συγκεκριμένα μέτρα και δεν εξετάστηκε το αίτημά της προς τα δικαστήρια να λάβουν κατάλληλα μέτρα.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η σωματική βία στην οποία υποβλήθηκε επανειλημμένα η κα Bαlşan από τον σύζυγό της και οι τραυματισμοί που της προκάλεσε, όπως είχαν τεκμηριωθεί σε ιατρικές και αστυνομικές αναφορές, ήταν αρκετά σοβαροί ώστε να εμπίπτουν στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν οι αρχές τις καταγγελίες της κας Bălşan δεν της παρείχαν επαρκή προστασία ενάντια στη βία που ασκούσε ο σύζυγός της, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Στις 14/12/21 το ΕΔΑΔ, σε μια άλλη σημαντική του απόφαση, Tunikova κ.α. κατά Ρωσίας στις 14.12.2021, για θέματα ενδοοικογενειακής βίας κατά 4 γυναικών που δέχτηκαν βία από συζύγους/συντρόφους τους, καθόρισε αυτά που τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης υποχρεούνται να πράξουν σε σχέση με την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας:
Το ΕΔΑΔ σημείωσε ότι στο ρωσικό νομικό σύστημα δεν υπήρχε καν επαρκής ορισμός της «ενδοοικογενειακής βίας» και συνολικά έκρινε ότι το πλαίσιο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, που ίσχυε, δεν πληρούσε τις υποχρεώσεις του κράτους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα την παραβίαση αυτής της πτυχής του άρθρου 3.
Το ΕΔΑΔ έκρινε βέβαιο ότι οι αρχές γνώριζαν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας την οποία είχαν υποστεί οι 4 γυναίκες και έκρινε ότι οι αρχές απέτυχαν να προβούν σε αυτόνομη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου, σημειώνοντας ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν λάβει καν ειδική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων.
Το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι υπήρξαν ενέργειες τις οποίες οι αρχές θα μπορούσαν να ερευνήσουν -όπως, για παράδειγμα, να κινήσουν ποινική έρευνα για τις απειλές θανάτου- οι οποίες μπορεί να είχαν ως αποτέλεσμα οι βίαιοι σύντροφοι να σταματήσουν την κακοποιητική τους συμπεριφορά χωρίς όμως δυστυχώς αυτό να είχε γίνει.
Οι εθνικές αρχές είχαν παθητική στάση στην αντιμετώπιση ενός γνωστού κινδύνου, επιτρέποντας τη συνέχιση της κακοποίησης των προσφευγουσών.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ για αδυναμία πρόληψης της κακομεταχείρισης σε αυτές τις περιπτώσεις.
Υποχρέωση διενέργειας αποτελεσματικής έρευνας
Ακόμη και όταν έρχονται αντιμέτωπες με ακράδαντα στοιχεία για αδικήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως, όπως σοβαρούς τραυματισμούς ή απειλές κατά της ζωής, οι αρχές είχαν αποφύγει την άσκηση ποινικής δίωξης και είχαν ολοκληρώσει τις έρευνές τους βασιζόμενες σε βιαστικά ή αβάσιμα συμπεράσματα.
Το κράτος είχε αποτύχει να διερευνήσει αποτελεσματικά την κακομεταχείριση που είχαν υποστεί οι προσφεύγουσες.
Η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται και έχει ευθύνη να καθιερώσει ένα νομικό σύστημα πρόληψης και αποτροπής, πρωτίστως σε πρακτικό επίπεδο, τέτοιων φαινομένων, που δυστυχώς δεν είναι σπάνια και στον τόπο μας.
* Advocates-Legal Consultants