Από το 2013, αλλά κυρίως μετά το 2015, η κυβέρνηση, μέσω του τότε Υφυπουργού παρά τω Προέδρω, αποφάσισε να εντάξει στις πολιτικές της προτεραιότητες τη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας, αποδίδοντας στον συγκεκριμένο πυλώνα στρατηγική σημασία για την αναβάθμιση του επιπέδου παροχής υπηρεσιών από το δημόσιο προς την κοινωνία και την οικονομία του τόπου. Η κυβέρνηση αποφάσισε έκτοτε πως η μεταρρύθμιση της ΔΥ θα επιτευχθεί μέσω της ψήφισης από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τριών νομοθετημάτων:

της τροποποίησης του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, 

νέου Νόμου με τίτλο «ο περί αξιολόγησης υποψηφίων για προαγωγή, διατμηματική προαγωγή και πρώτο διορισμό και προαγωγή Νόμος» και 

των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Κανονισμών. 

Έκτοτε, έχουν παρέλθει 6 χρόνια σχεδόν, η τρέχουσα διακυβέρνηση άγει το 8ο έτος και βρίσκεται 2 μόλις χρόνια πριν την ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας της και η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας, κατά συνέπεια και η επίτευξη του τεθέντος πρωτογενούς στόχου, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη, με αποτέλεσμα σήμερα να τίθεται εν αμφιβόλω ακόμα και η απρόσκοπτη εκταμίευση μέρους των πόρων που είναι διαθέσιμοι για την Κύπρο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. 

Ενόψει της σημασίας που έχουν αποκτήσει, μεταξύ άλλων νομοθετικών πρωτοβουλιών, και τα ανωτέρω νομοσχέδια, σε αυτό το στάδιο προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτο, ήταν ορθή και αποτελεσματική η απόφαση να επικεντρωθεί η προσπάθεια για τη μεταρρύθμιση της ΔΥ στην κατά προτεραιότητα προώθηση των συγκεκριμένων νομοθετημάτων; Δεύτερο, ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους δεν τελεσφόρησε μέχρι σήμερα η συγκεκριμένη επιδίωξη της κυβέρνησης; 

Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων

Εύλογα, πολλοί μπορεί να υποστηρίξουν πως η μεθοδολογία αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και προαγωγής τους σε υπηρεσιακά ανώτερες βαθμίδες είναι καίριος παράγοντας για την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες και στην οικονομία από τη Δημόσια Υπηρεσία. Τα δύο αυτά ζητήματα είναι όντως σημαντικά και για αυτό είναι και πολυσυζητημένα.

Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων απασχολεί εδώ και 30 χρόνια τουλάχιστον και υπάρχουν πάμπολλες μελέτες και προτάσεις για την υιοθέτηση νέου συστήματος, το οποίο πρέπει να είναι πιο αποτελεσματικό από το απηρχαιωμένο και απόλυτα αναποτελεσματικό υφιστάμενο σύστημα και να δημιουργεί κίνητρα σε κάθε υπάλληλο, ώστε να βελτιώνει συνεχώς την απόδοση και την ποιότητα εργασίας του.

Είναι κοινά παραδεκτό πως το σημερινό σύστημα λειτουργεί ουσιαστικά ως συστημικό αντικίνητρο στη βελτίωση της ποιότητας εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, μέσω της ισοπέδωσης όλων στην ίδια βαθμίδα αξιολόγησης. Αυτό το προφανές επαναλαμβάνεται σε όλες τις Ετήσιες Εκθέσεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας για πολλά χρόνια (ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που είναι διορισμένα σε αυτή), και, με εξαίρεση τα επιδιωκόμενα νομοσχέδια, μέχρι σήμερα δεν έχει προωθηθεί οτιδήποτε θετικό είτε από την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία.

Εκείνο, ωστόσο, που είναι αμφιλεγόμενο, υπό τις περιστάσεις, είναι η επιλογή του συγκεκριμένου ζητήματος ως της αιχμής του δόρατος της κυβερνητικής προσπάθειας. Και αυτό γιατί, ακόμα και σε περίπτωση που τα επιδιωκόμενα νομοθετήματα εγκρίνονταν ως δέσμη, όπως υποβλήθηκαν από την κυβέρνηση, θα περνούσαν πολλά χρόνια, ενδεχομένως και πέραν της δεκαετίας, προτού τα όποια θετικά αποτελέσματα στην αξιολόγηση και προαγωγή των δημοσίων υπαλλήλων βελτιώσουν την ποιότητα της εργασίας τους ή/και το επίπεδο των υπηρεσιών που ο δημόσιος τομέας παρέχει στην κοινωνία και στην οικονομία.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, οι διατάξεις των εκκρεμούντων νομοθετημάτων δεν εισάγουν εντέλει κάποια συγκλονιστική καινοτομία, τέτοια που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για άμεσα ή θεαματικά θετικά αποτελέσματα. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται, μεταξύ άλλων, και λόγω των ακόλουθων παραμέτρων:

(α) Η εισαγωγή της κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων για διορισμό σε ανώτερες θέσεις μεταξύ δομών υπουργείων ή τμημάτων υπόκειται σε προϋποθέσεις, που είναι μεν εύλογες και αναμενόμενες, αλλά εντέλει περιορίζουν τη δυναμική του νέου μέτρου,

(β) η απόδοση ορισμένων νέων δυνατοτήτων και εξουσιών στην ΕΔΥ, αναφορικά με την παρακολούθηση της εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη διαδικασία προφορικής εξέτασης των υποψηφίων από την ΕΔΥ, δεν είναι βέβαιο πότε και ποια αποτελέσματα θα επιφέρει και σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τη βούληση και αποφασιστικότητα των προσώπων που είναι μέλη της Επιτροπής να πάρουν αποφάσεις που πιθανόν να προκαλέσουν αντιρρήσεις,

(γ) οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για τη διενέργεια πειθαρχικών ερευνών βελτιώνουν οριακά τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, αλλά δεν απαντούν σε ουσιώδεις αδυναμίες που καθιστούν ιδιαίτερα αναποτελεσματικές τις σχετικές διαδικασίες μέχρι σήμερα,

(δ) οι νέες ρυθμίσεις για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των δύο προβλεπόμενων στο σχετικό νομοσχέδιο ιεραρχικών επιπέδων δεν αποκλείουν την ισχυρή πιθανότητα διολίσθησης και του νέου συστήματος στην ισοπεδωτική εφαρμογή του και στη σταδιακή ή με ταχύτητα υιοθέτηση πολύ όμοιων, αν όχι και επαναλαμβανόμενων, αξιολογήσεων για όλους τους υπαλλήλους, που εντέλει δεν θα βοηθούν ούτε στην ανάπτυξη του αξιολογούμενου, ούτε στην κρίση της ΕΔΥ για προαγωγές.

Κατά συνέπεια, ενώ ορθά επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός της μεθοδολογίας αξιολόγησης και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί η συγκεκριμένη επιλογή της κυβέρνησης ως η πανάκεια που θα αναβαθμίσει άρδην και αφ’ εαυτής, είτε τις ικανότητες, είτε την ποιότητα της εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, με τέτοια ταχύτητα που θα γινόταν θετικά αισθητή η αλλαγή στον τόπο μας. Ακόμα χειρότερα, θα ήταν άτοπο και υπερβολικό να ισχυρισθεί κάποιος πως με την προώθηση των τριών νομοσχεδίων ικανοποιείται η ανάγκη για μεταρρύθμιση ή ολοκληρώνεται ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας υπηρεσίας.

Ανάγκη για εκτεταμένη και όχι επιλεκτική μεταρρύθμιση

Από τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα και με βάση τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, προκύπτει αναντίρρητα η ανάγκη εκτεταμένης (και όχι επιλεκτικής ή περιορισμένων οικονομικών επιβαρύνσεων) μεταρρύθμισης της Δημόσιας Υπηρεσίας, για την οποία χρειάζεται να διατεθούν οι αναγκαίοι δημόσιοι πόροι, εγκαταλείποντας τη μονοδιάστατη έμφαση στην προσπάθεια της (με κάθε τρόπο και για όσο περισσότερο χρόνο γίνεται) συγκράτησης των κρατικών δαπανών. Το τελευταίο αυτό σχόλιο αποσκοπεί στην υπογράμμιση της ανάγκης επένδυσης από μέρους του κράτους ουσιαστικών δημόσιων πόρων για ταχεία, ποιοτική και, όπου είναι δικαιολογημένο, αριθμητική αναβάθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας, σε επίπεδο που θα μπορεί πλέον να υποστηρίζει την ανάπτυξη της Κύπρου στις επόμενες δεκαετίες και να παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας σε κάθε πολίτη και επενδυτή.

Για να γίνει εφικτός ένας τόσο φιλόδοξος και απαιτητικός στόχος, η επίτευξη του οποίου θα δημιουργήσει παρακαταθήκη δεκαετιών για την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και πολύ σημαντικά οικονομικά οφέλη, χρειάζεται απαραίτητα η κυβέρνηση να καλέσει με ειλικρίνεια τα πολιτικά κόμματα και τους κοινωνικούς εταίρους σε μια κοινά υποστηριζόμενη εθνική προσπάθεια ουσιαστικής μεταρρύθμισης της Δημόσιας Υπηρεσίας, με γνώμονα όχι το ελάχιστο κόστος, αλλά την πραγματική και αποδοτική βελτίωση της απόδοσης της και της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχει στον πολίτη. Εάν, ακόμη, ήταν πολιτικά εφικτό να δεσμευθούν τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην εφαρμογή της μεταρρύθμισης που θα συμφωνηθεί, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα οποιωνδήποτε εκλογών, τότε θα διασφαλίζονταν τα εχέγγυα για θετική κατάληξη των εθνικών προσπαθειών.

Ανδρέας ΑσσιώτηςΤέως γενικός διευθυντής Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας – Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως