Λοιπόν αυτό το μαγαζί είναι τόσο χαριτωμένο, γλυκό και ζαχαρένιο που θέλω να το πάρω στην αγκαλιά μου, να το ζουλήξω δυνατά μέχρι να του πεταχτούν τα μάτια και να το χαϊδεύω με μανία μέχρι να έρθουν να μου πουν «αγάπη μου σιγά, πονάει το μαγαζάκι, απαλά το χαϊδεύουμε».
Αγαπημένε αναγνώστη, ξέρω ότι θα πάθεις κι εσύ παροξυσμό μόλις δεις το μενού. Θα τα θέλεις όλα. Όλα όμως. Και δεν θα σε κρίνω αν όντως αποφασίσεις να το παραγγείλεις όλο το μενού, μη σου πω ότι σε ζηλεύω κιόλας. Όμως αν θες να περιοριστείς λιγάκι, τότε το θέμα δεν σηκώνει συζήτηση: το πρώτο πράγμα που θα κάνεις, θα παραγγείλεις το βοδινό συκώτι με κυπριακό μέλι σε κενό αέρος, πάνω σε κρέμα αμυγδάλου και πράσινα βότανα, μάντολες και αλάτι Ιμαλαΐων. Δεν θέλω να ακούσω λέξη, δεν με νοιάζει αν δεν το τρως το συκώτι, δεν με νοιάζει αν είσαι φανατικός βίγκαν, δεν με νοιάζει αν έχεις κάποια περίεργη αλλεργία που θα σε στείλει άμεσα στο νοσοκομείο. Βοδινό συκώτι, τέλος. Υπέροχο παιχνίδι από υφές και γεύσεις!
Το κρέας είναι μαλακό και τρυφερό, η σάλτσα απαλή και βελουδένια και οι μάντολες μια τραγανή τσαχπινιά. Τρομερά μυρωδάτο, ταιριάζει υπέροχα με την ελαφρώς γλυκόξινη σαλτσούλα του, που μοσχοβολά μέντα. Πασπαλισμένο με φρεσκοτριμμένο και χοντροαλεσμένο πιπέρι και νιφάδες αλατιού. Όταν πετυχαίνεις την μπουκιά με τον πιο χοντρό κόκκο ή την πιο μεγάλη νιφάδα χαίρεσαι με την ίδια ένταση σαν να έχεις μόλις κερδίσει το φλουρί της Βασιλόπιτας. Α-ΠΙ-ΘΑ-ΝΟ. Οι βασιλικές γαρίδες με τζίντζερ πάνω σε σαλάτα από φύκια wakame και αφρό από Hugo, ήταν εύγευστες, είχαν κι αυτές υπέροχη υφή, ακριβώς όπως μου αρέσει, τρυφερές αλλά ταυτόχρονα προέβαλαν μαχητική αντίσταση στο δοντάκι για να μη νιώθεις ότι τρως πουρέ. Ο ιδιαίτερος και ευφάνταστος αφρός, ήταν ακριβώς αυτό: ιδιαίτερος και ευφάνταστος. Δεν ένιωσα όμως ότι ήταν απαραίτητος με οποιονδήποτε τρόπο, ίσως απλά προτιμώ το Hugo μου να το πίνω πάρα να το τρώω.
Θα πω μπράβο όμως για τη δημιουργική πινελιά, και θα χειροκροτήσω όρθια για το γεγονός ότι αν και μιλάμε βασικά για ένα μαγειρείο, που πας για να φας κυρίως μεσημεριανό, τρως υπέροχα γκουρμέ, δημιουργικά και ευφάνταστα πιάτα εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης. Το εστιατόριο αυτό εμπίπτει για μένα στη σφαίρα του self-care, ένας χώρος που πας για να φροντίσεις τον εαυτό σου, σαν spa για το στομάχι σου. Δοκιμάσαμε επίσης τη σαλάτα με κοτόπουλο σχάρας (χωρίς το κοτόπουλο όμως γιατί παραγγείλαμε και κοτόπουλο για κυρίως), με ανάμικτα χόρτα, λαχανίδα, ψητό παντζάρι, φρέσκια αναρή, κινόα, καραμελωμένα φιστίκια, σε ελαφριά σάλτσα Mojito. Να ‘το πάλι το κοκτέιλ στο φαγητό μας, κι όμως εδώ γευστικά ένιωθα ότι ταίριαζε άψογα. Οι γεύσεις ήταν έντονες και ξεκάθαρες. Μιλάμε για μια πολύ αρμονική σύνθεση, όπου το κάθε υλικό έπαιζε το ρόλο του και είχε τη θέση του. Γευστικότατη και θρεπτικότατη. Για κυρίως παράγγειλα το φιλέτο μπακαλιάρου σε κρούστα αμυγδάλου, σπαγέτι από κολοκυθάκι και πουρέ από παντζάρι, με σάλτσα Βενεζουέλας από καλαμπόκι και μάνγκο.
Η πολύ τραγανή κρούστα έκανε ωραία αντίθεση με το απαλό ψαράκι. Ο νόστιμος πουρές από παντζάρι ήταν το πιο έντονο φούξια που είδα στη ζωή μου, βασικά φαινόταν σαν να το μαγείρεψε η Μπάρμπι, αλλά είχε γεύση σαν να το μαγείρεψε μια χρυσοχέρα γιαγιά. Γενικώς το όλο πιάτο, αλλά κυρίως τα σπαγέτι από κολοκύθι, κοινώς zoodles, ήταν το όνειρό κάθε φανατικού που κάνει διατροφή με χαμηλούς υδατάνθρακες (ορίστε, σας βρήκα και το Keto πιάτο σας). Το γεμιστό στήθος κοτόπουλο με κατσικίσιο τυρί και σταφίδες, με κρούστα από βότανα, σάλτσα Amaretto και καρύδας, με ρύζι αμυγδάλου, κορδέλες από κολοκύθι, καρότο και λαχανίδα το πήρε η φίλη μου και κατενθουσιάστηκε. Από τα λίγα πιάτα που είναι σταθερά στο μενού από τη μέρα που άνοιξε το εστιατόριο, γιατί απλούστατα είναι σταθερά από τα αγαπημένα των θαμώνων. Πολύ μου αρέσει το Cookshop. Εκεί μέσα νιώθω ότι ταξιδεύω: στον χώρο, στον χρόνο, ακριβώς πού δεν ξέρω, αλλά σίγουρα κάπου ζεστά, φιλόξενα και νόστιμα. Δευτέρα-Σάββατο 12:00-15:30 (μεσημεριανό) και Παρασκευή 19:00-22:30 (βραδινό)