Σε όλους τους αγώνες του 1984 εμφανιζόταν με μία ολόσωμη, κόκκινη στολή, που του δάνειζε ο προπονητής του, ο Αυστριακός Χάινς Kαλτενέκερ. Και δεδομένου ότι συνέδεσαν το μικρό όνομά του, «Λάμπρος», με τη λέξη της κυπριακής διαλέκτου «λαμπρόν» (φωτιά), οι φίλαθλοι στο Χιονοδρομικό Κέντρο Τροόδους τον αποθέωναν φωνάζοντας επαναλαμβανόμενα «Red Fire!» («Κόκκινος Λάμπρος!»).

Η αλήθεια είναι ότι με δανεικές στολές εκτοξεύτηκε το κυπριακό σκι στους μεγάλους διεθνείς αγώνες, μετά από μία περίοδο 20 περίπου χρόνων ανάπτυξής του με φτωχά και υποτυπώδη μέσα από τον Όμιλο Χιονοδρόμων Κύπρου, που ήθελε να δημιουργήσει τους πρώτους κύπριους αθλητές από τα σχολεία των χωριών του Τροόδους. Τελικά, το 1978 στους Παγκόσμιους Αγώνες Αλπικού Σκι (οι δεύτεροι σε σημασία μετά τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς) στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν της Ομοσπονδιακής (Δυτικής) Δημοκρατίας της Γερμανίας κυμάτισε για πρώτη φορά η κυπριακή σημαία, με την πλειοψηφία των αθλητών, κυρίως από αλπικές και βόρειες χώρες, να απορούν που ένα νησί της Μεσογείου, στον 35o παράλληλο της Γης, κατόρθωσε να αναπτύξει ένα χειμερινό άθλημα, στέλνοντας στα αγωνιστικά τερέν της FIS (Διεθνής Ομοσπονδία Σκι), τους Λάμπρο Λάμπρου από τη Γαλάτα και Δημήτρη Παπαθεοδότου από το Φοινί. Σε εκείνη την παρθενική παρουσιά, οι κύπριοι αθλητές, των οποίων τα έξοδα φιλοξενίας ανέλαβε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρέλασαν με δανεικές στολές της εταιρείας του Willy Bogner, αφού η γονατισμένη από την τουρκική εισβολή Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούσε ούτε και για αυτό το θέμα να βοηθήσει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τρόοδος: Χιονοδρομικό που στέλνει σκιέρ στους Ολυμπιακούς

Αναμνήσεις από τις πίστες

Για σταθμούς του κυπρικού σκι μπορεί να μιλά με τις ώρες σήμερα ο Λάμπρος Λάμπρου, αφού έζησε μεγάλο μέρος της πορείας του: 12 χρονών ήταν το 1969 που εντάχθηκε στις ακαδημίες χιονοδρόμων, στη συνέχεια αθλητής της Εθνικής Κύπρου σε Παγκόσμιους και Ολυμπιακούς, δάσκαλος σκι, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Χιονοδρόμων Κύπρου και τέλος, τα τελευταία περίπου 15 χρόνια, τεχνικός σύμβουλος στην Ομοσπονδία και διευθυντής του Χιονοδρομικού Κέντρου.

Η φετινή χιονοδρομική σεζόν, που βρήκε το Χιονοδρομικό Κέντρο Τροόδους στις «δόξες» του, αφού λόγω των πλούσιων χιονοπτώσεων συνεχίζε να λειτουργεί μέχρι και το δεύτερο σαββατοκυρίακο Απριλίου, ήταν η τελευταία για τη μακρά πορεία του, μιας και σε περίπου έναν μήνα θα αφυπηρετήσει. «Κλέψαμε» λίγο χρόνο από την καθημερινή του ρουτίνα, δηλαδή τις συνεχείς μετακινήσεις με το χιονόχημα στις πλαγιές του Κέντρου, για έλεγχο και επίλυση τυχόν προβημάτων, για να μοιραστεί μαζί μας εμπειρίες και γνώσεις που κέρδισε από τα χιονισμένα βουνά της Κύπρου, αλλά και του κόσμου. Και ήταν εύλογο να τον ρωτήσουμε για την ιστορική εμφάνιση της Κύπρου στο 25ο Παγκόσμιο Αλπικό Πρωτάθλημα στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν (29 Ιανουαρίου – 5 Φεβρουαρίου 1978), όπου συμμετείχε στα αθλήματα της γιγαντιαίας και τεχνικής κατάβασης. Στο πρώτο, στο οποίο έλαβαν μέρος 104 αθλητές, κατέλαβε την 83η θέση, και στο δεύτερο με συμμετοχή 102 αθλητών, την 39η. 

 

«Μα έχετε χιόνια για σκι;»

«Σε αντίθεση με αθλητές άλλων χωρών, που κουβαλούν παράδοση στα χειμερινά αθλήματα, η προετοιμασία μας ήταν μόνο μερικές μέρες πριν τους αγώνες, ενώ συμμετείχαμε χωρίς επαγγελματικές αθλητικές στολές, αλλά με ένα παντελόνι που δεν ήταν καν αδιάβροχο και ένα τρικό. Όμως μας δάνεισε στολές για την παρέλαση, η εταιρεία Bogner», αναφέρει. Ποια ήταν η υποδοχή που τους έκαναν οι αθλητές άλλων χωρών – μεταξύ αυτών και ο Σουηδός Ίγκερμαν Στένμαρκ, ο μεγαλύτερος σκιέρ όλων των εποχών, με μερικά από τα ρεκόρ του να μην έχουν καταρριφθεί μέχρι σήμερα; «Η παρουσία μας τους ξένισε. Μας ρωτούσαν ”μα στην Κύπρο κάνετε σκι;”. Με τον Στένμαρκ ανταλλάξαμε κουβέντες και βγάλαμε φωτογραφία. Βέβαια, γνωρίζαμε ο ένας το επίπεδο του άλλου, εντούτοις ήταν πολύ απλός και ανθρώπινος απέναντί μου. Με μεγάλο ενδιαφέρον ζητούσε να του δώσω πληροφορίες για την Κύπρο και τις χιονοδρομικές συνθήκες.»

Στη συνέχεια ο Λάμπρος Λάμπρου συμμετείχε στους 14ους Χειμερινούς Ολυμπιακούς του 1984, στο Σαράγιεβο της Σερβίας, και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο Μπόρμιο της Ιταλίας, το 1985, αλλά και σε άλλους αγώνες, διεθνείς και παγκύπριους. Σταμάτησε τον αγωνιστικό αθλητισμό το 1986, σε ηλικία 29 χρονών. 

 

Τι κέρδισε και τι μένει

«Είναι μια ζωή αυτή, συνδεδεμένη με το σκι. Νιώθω τυχερός και ευγνώμων που τα τελευταία περίπου 15 χρόνια η δουλειά μου ήταν το χόμπι μου. Τότε πολλά προβλήματα τα παραβλέπεις και λες “δεν πειράζει, είναι το άθλημά μου που πονώ”. Δεν θα ξεχάσω τις φιλίες που έκανα εδώ στον Όλυμπο, πολλές από αυτές με ανθρώπους ξένων χωρών. Κάποτε ανταγωνιζόμασταν σε αγώνες με τους αθλητές των Ηνωμένων Εθνών και των Βρετανικών Βάσεων. Αυστριακοί, Σκανδιναβοί, Βρετανοί, Κύπριοι, ήμασταν όλοι εδώ στον Όλυμπο ένα “κύλωμα”. Τόσο μεγάλος ήταν ο ανταγωνισμός που κάποτε τα Ηνωμένα Έθνη έφτασαν σε σημείο να φέρουν στην Κύπρο αθλητή που προπονείτο με τον Ίγκερμαν Στένμαρκ, ώστε να μας νικήσουν. Αυτά δυστυχώς δεν γίνονται σήμερα, όπως και οι μαθητικοί αγώνες των Γυμνασίων Τροόδους, με λαοθάλασσα μαθητών-θεατών να ζητοκραυγάζουν απέναντι στους αθλητές.

 

»Σήμερα από την Πολιτεία δεν υπάρχει η στήριξη που θα έπρεπε, διότι εξελίχθηκε σε ένα ακριβό σπορ. Δεν έχουμε τα μέσα και τον χρόνο στην Κύπρο να προπονηθούμε, γι’ αυτό απαιτούνται προπονήσεις και στο εξωτερικό. Και άμα δεν έχεις αρκετή οικονομική στήριξη, δεν μπορείς να το κάνεις στον βαθμό που πρέπει. Ο ΚΟΑ τα τελευταία χρόνια δίνει κάποια στήριξη στην Ομοσπονδία, όμως δυστυχώς δεν είναι αρκετά. Όπως και να ’χει το κυπριακό σκι είναι κάτι το μοναδικό. Εδώ και 44 χρόνια ένα νησί της Μεσογείου συμμετέχει στους Παγκόσμιους και Ολυμπιακούς. Μπορεί να μην έχουμε αθλητές που κερδίζουν μετάλλια, αλλά είναι κουλτούρα για πολλούς, τρόπος ζωής.»

 

Άλμπαν Μπήαρ: Επίτευγμα της Κύπρου η ανάπτυξη των χιονοδρομιών

Επικοινωνήσαμε με τον αυστριακό προπονητή του Ομίλου Χιονοδρόμων Κύπρου την περίοδο 1976 – 1978 Άλμπαν Μπήαρ, ο οποίος έκανε καριέρα στον αυστριακό στρατό ως εκπαιδευτής σκι και οδηγός βουνού, και ακολούθως συνόδευσε τους κύπριους αθλητές στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Γκάρμις-Παρτενκίρχεν το 1978. Σήμερα, στα 89 του χρόνια, κατοικεί στην αυστριακή πόλη Βουλς, στα περίχωρα του Ίνσμπουργκ.

«Η πρώτη μου εντύπωση από τον Όλυμπο ήταν ότι ο χώρος για σκι ήταν αρκετά μικρός και ότι δεν υπήρχαν λιφτ του σκι. Δεν υπήρχαν χιονοστρωτήρες, πράγμα που σήμαινε ότι η προετοιμασία των πιστών γινόταν χειρονακτικά, γι’ αυτό απαιτείτο πολύς χρόνος και ενέργεια», δήλωσε στον «Φ».

«Θυμάμαι ότι το σκι μόλις άρχιζε να γίνεται δημοφιλές εκείνη την εποχή στην Κύπρο. Όλα ήταν στην αρχή και στις εγκαταστάσεις στο ‘‘Sun Valley’’ δεν υπήρχε ρεύμα. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο Κύπριοι αθλητές ήταν καλά προετοιμασμένοι για τη συμμετοχή τους στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1978 στο Γκάρμις – Παρτενκίρχεν. Είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε ειδική προπόνηση για τη διαδρομή ζιγκ-ζαγκ, γνωστή ως σλάλομ. Συμβούλεψα τους αθλητές μου να παρατηρήσουν προσεκτικά πώς οι αθλητές από τις αλπικές χώρες έκαναν σκι και προπόνηση πριν από τον αγώνα. Αν και ο Λάμπρος τερμάτισε από τους τελευταίους, έκανε καλό σκι και έφτασε με επιτυχία στη γραμμή του τερματισμού. Προφανώς, οι σκιέρ από αλπικές περιοχές είχαν ένα πλεονέκτημα. Σίγουρα, είναι επίτευγμα το πώς η Κύπρος ανέπτυξε τα πρότυπα του αθλήματος του σκι στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.»