Η μαζική μεταφορά προσφύγων προς τα σύνορα της Τουρκίας με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία δεν ήταν ένα ξέσπασμα της τελευταίας στιγμής, όπως αρχικώς αφέθηκε να φανεί, λόγω των γεγονότων στο Ιντλίμπ. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία δείχνουν πως ο Ερντογάν το είχε από καιρό προσχεδιάσει και περίμενε την κατάλληλη στιγμή/αφορμή για να το υλοποιήσει.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτηρίζεται από το ότι υλοποιεί τα όσα λέει και κυρίως για τα όσα είχε προειδοποιήσει ή απειλήσει. Αυτό φαίνεται πολύ ξεκάθαρα με το προσφυγικό. Από τον περασμένο Δεκέμβρη είχε στείλει το μήνυμα προς την Ευρώπη ότι θα έσπρωχνε κόσμο προς τα σύνορα με την Ελλάδα σε περίπτωση που σημειώνονταν αρνητικές εξελίξεις στο Ιντλίμπ.
Σε μια από τις πιο σημαντικές αναλύσεις που έχουν συγγραφεί τους τελευταίους μήνες για την Τουρκία και τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, ο Μαρκ Πιερίνι αναφέρει σ’ ό,τι αφορά το κεφάλαιο Τουρκία-Συρία-προσφυγικό: «Στις 23 Δεκεμβρίου 2019 ο Ερντογάν αναφέρθηκε στο ότι θα αφήσει νέους πρόσφυγες από τη Συρία να φύγουν από την Τουρκία και να πάνε προς την Ελλάδα, για άλλη μια φορά χρησιμοποιώντας απειλητική γλώσσα αντί τη συνεργασία: «Εάν η βία κατά των κατοίκων στο Ιντλίμπ δεν σταματήσει, ο αριθμός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Τουρκία δεν θα επωμιστεί το βάρος των μεταναστών από μόνη της. …Οι αρνητικές επιπτώσεις των πιέσεων προς εμάς θα είναι ένα ζήτημα το οποίο θα νιώσουν όλες οι χώρες της Ευρώπης, ειδικά η Ελλάδα’».
Στην ανάλυσή του ο Μαρκ Πιερίνι με τίτλο «How far can Turkey Challenge NATO and the EU in 2020?» (Πόσο μακριά μπορεί να πάει η Τουρκία προκαλώντας ΝΑΤΟ και ΕΕ το 2020;», η οποία δημοσιεύθηκε στο Carnegie Europe, καταγράφει τις κινήσεις της Τουρκίας και το πώς η Άγκυρα –υπό τις εντολές Ερντογάν σπρώχνει και προκαλεί εντάσεις σε όλα τα σύνορά της. Στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο και προσφάτως χρησιμοποιώντας τους πρόσφυγες στα σύνορά της με την Ελλάδα καθώς και στο Αιγαίο.
Στην ανάλυσή του ο Μαρκ Πιερίνι σημειώνει μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Παρά το γεγονός ότι οι ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας μπορεί να εκφράζονται διαφορετικά, το πολιτικό συναίσθημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει ιδιαίτερα επικριτικό έναντι της Τουρκίας, ειδικότερα για τον Πρόεδρό της. Ο ουσιαστικός λόγος είναι η εκτίμηση ότι η Τουρκία μετακινείται μακριά από τις αξίες που κάποτε υποστήριζε ή μοιραζόταν με την ΕΕ και την ατλαντική συμμαχία.
Σε επίπεδο εθνικών κοινοβουλίων και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς επίσης και κυβερνήσεων, υπάρχουν δηλώσεις και ψηφίσματα αναφορικά με την Τουρκία που καταγράφουν μια σαφή διαφοροποίηση των θέσεων τους. Ειδικά σε σχέση με τις γεωτρήσεις ανοικτά της Κύπρου, την προτεινόμενη επανεγκατάσταση προσφύγων από τη Συρία σε περιοχές που ελέγχονται από την Τουρκία εντός της Συρίας και οι απειλές να σταλούν Σύριοι πρόσφυγες προς την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Η αντιμετώπιση της Τουρκίας δεν φαίνεται την ίδια ώρα να είναι μια εύκολη υπόθεση:
«Ως αποτέλεσμα, δηλώσεις από πλευράς ΕΕ μπορεί να οδηγήσουν σε πιο αρνητικές αποφάσεις: περαιτέρω αποκοπές στην οικονομική στήριξη της ΕΕ προς την Τουρκία, κυρώσεις που συνδέονται με τις γεωτρήσεις ή την αναβολή του ανανέωσης της Τελωνειακής Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας. Αυτή η οδός χρήζει προσοχής σε δύο επίπεδα.
- Πρώτον, η ΕΕ πρέπει να λάβει υπόψη την πιθανή αντίδραση της τουρκικής ηγεσίας λαμβανομένης της επικρατούσας ρητορικής στην Άγκυρα, είναι πιθανό ότι η εφαρμογή «του πλαισίου κυρώσεων» που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 11 Νοεμβρίου 2019, πρωτίστως το επιθετικό λεκτικό του Ερντογάν κατά της ΕΕ.
- Δεύτερο, τα αρνητικά μέτρα δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως απογοήτευση του φιλελεύθερου κομματιού της τουρκικής κοινωνίας. Η έκκληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για αναστολή των συνομιλιών της Τελωνειακής Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας έχει ελάχιστο νόημα καθώς θα πλήξει και τις δύο πλευρές.
Σ’ ό,τι αφορά την παγοποίηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, είναι αξιοσημείωτο ότι η ηγεσία στην Άγκυρα συνεχίζει να υποστηρίζει πως έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της προς την ΕΕ και ότι η ένταξη παραμένει στρατηγική προτεραιότητα της. Την ίδια ώρα που η αποσυναρμολόγηση των κανόνων του δικαίου και η σύσταση ενός συστήματος μια ηγεσία ενός άνδρα, αποτελούν πράξεις ασύμβατες με την ενταξιακή διαδικασία. Η πολιτική πραγματικότητα λέει πως η παρούσα κατάσταση πραγμάτων επιτρέπει στην Άγκυρα να αποδράσει από τις πολιτικές απαιτήσεις της ΕΕ και να τις αντικαταστήσει με διμερείς σχέσεις. Αυτές οι τακτικές θα λειτουργούν ενόσω αμφότερες, ΕΕ και Τουρκία, θα βολεύονται με το να μην τερματίζουν επισήμως τις ενταξιακές».
Οι πέντε προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Στην ανάλυσή του στο Κάρνεγκι Γιούροπ, ο Μαρκ Πιερίνι υποδεικνύει πως «η ΕΕ θα πρέπει να επικεντρωθεί πάνω σε πέντε προτεραιότητες: καταπολέμηση της τρομοκρατίας, πρόσφυγες από τη Συρία, σύνορα και ενεργειακά της Ανατολικής Μεσογείου, διατηρώντας τις οικονομικές σχέσεις ζωντανές και υποστηρίζοντας τα φιλελεύθερα τμήματα της τουρκικής κοινωνίας».
Σ’ ό,τι αφορά ειδικά το κεφάλαιο «Σύνορα και ενεργειακά θέματα της Ανατολικής Μεσογείου» αναφέρει τα εξής: «Δυνάμει των πρόσφατων ενεργειών της Άγκυρας, το ήδη περίπλοκο αίνιγμα των θαλάσσιων συνόρων, αδειών για εξόρυξη φυσικού αερίου και η πιθανή κατασκευή ενός υποθαλάσσιου αγωγού από τις ισραηλινές πηγές στο Λεβιάθαν προς την Ελλάδα κατέστη ακόμα πιο δύσκολο ζήτημα για να διαχειριστεί. Η συμφωνία μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας που υπεγράφη στις 2 Ιαν. 2020 θεωρήθηκε από την Άγκυρα ως εχθρική κίνηση. Εάν τελικά κατασκευαστεί ο αγωγός θα μειώσει την εξάρτηση της ΕΕ από το φυσικό αέριο της Ρωσίας και θα λειτουργήσει αντίθετα με τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή.
Δεν υπάρχει άλλη οδός από αυτή του διαλόγου και εν τέλει διαπραγματεύσεις, που προβλέπεται να είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία. Στο μεταξύ, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από την Άγκυρα για επιβολή των κανόνων όπως η ίδια ερμηνεύει και θέλει να επιβάλει δεν μπορεί να γίνουν ανεκτοί, πολύ δε περισσότερο να καταστεί η Ανατολική Μεσόγειος ένας χώρος όπου η προκλητική συμπεριφορά θα επικρατεί μιας κοινά αποδεκτής πολυμερούς διευθέτησης.
Η ΕΕ θα πρέπει να καταβάλει προσπάθειες να αρθούν αυτά τα θέματα ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών και στο μεταξύ να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίσει την Τουρκία από του να επιβάλει τις απόψεις της».
Στηριζόμενη στην στρατιωτική της ισχύ
Είναι πολύ ξεκάθαρο πλέον ότι η Τουρκία στηρίζει τις κινήσεις της σε ολόκληρη την περιοχή στην στρατιωτική της ισχύ. Σημειώνει ο Μαρκ Πιερίνι σ’ ό,τι αφορά τη χρήση, από πλευράς Ερντογάν, της στρατιωτικής ισχύος της Τουρκία για να σπρώξει τα θαλάσσια σύνορα της Τουρκίας:
«Σε μια εποχή κατά την οποία ο Ερντογάν αντιμετωπίζει σοβαρές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις στο εσωτερικό, η Τουρκία έκανε αρκετές κινήσεις στο εξωτερικό χρησιμοποιώντας τόσο στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και μια ισχυρή νομική στάση.
Πρώτον, η Τουρκία ανέπτυξε δυνάμεις στη βορειοανατολική Συρία, η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη βόρεια Κύπρο, η ενίσχυση της υφιστάμενης βάσης στο Κατάρ, και οι προετοιμασίες για στρατιωτική ανάπτυξη στη Λιβύη. Το τελευταίο είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα λαμβανομένων υπόψη του συσχετισμού δυνάμεων επί του εδάφους.
Δεύτερον, η Τουρκία ανέπτυξε μια έντονη νομική στάση όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τη συμφωνία με τη Λιβύη για τον καθορισμό θαλάσσιων συνόρων, στοχεύοντας στον επαναπροσδιορισμό των δικαιωμάτων της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Η ηγεσία επέδειξε επίσης αυτή την κίνηση ως ένα βήμα για να παρεμποδίσει την κατασκευή αγωγού αερίου από τα αιγυπτιακά και ισραηλινά κοιτάσματα προς την Ελλάδα.
…Οι έρευνες και οι γεωτρήσεις ανοικτά της Κύπρου από τουρκικά πλοία σε αμφισβητούμενες περιοχές πραγματοποιούνται υπό την προστασία του τουρκικού ναυτικού και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που αναπτύχθηκαν από την ‘βόρεια Κύπρο’».