Έχοντας στη φαρέτρα τους ένα νέο μαθηματικό μοντέλο βασισμένο στη βιολογία, οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Κύπρου, αναμένουν να ριχθεί φως στην εξέλιξη της νόσου COVID-19 καθώς και στην εφαρμογή πιο αποτελεσματικών θεραπειών σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. 

Όπως έχει ανακοινώσει το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε από ερευνητές από το Εργαστήριο Βιοφυσικής του Καρκίνου του Τμήματος Μηχανικών Μηχανολογίας και Κατασκευαστικής του ακαδημαϊκού ιδρύματος, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Τριαντάφυλλο Στυλιανόπουλο και με τη συμμετοχή του ερευνητή δρα Χρυσοβαλάντη Βουτουρή καθώς και συνεργατών ερευνητών από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, το Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και του Νοσοκομείου Brigham and Women’s στη Βοστώνη. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έρχονται χαλαρώσεις: Τα σενάρια για εστίαση, σχολεία, sms

Το μαθηματικό μοντέλο είναι βασισμένο στη βιολογία και ενσωματώνει πληροφορίες σχετικά με τους γνωστούς μηχανισμούς του ιού SARS-CoV-2, ο οποίος προκαλεί τη νόσο COVID-19, και τους μηχανισμούς δράσης διαφόρων θεραπειών που έχουν δοκιμαστεί σε ασθενείς με τη νόσο. Σημειώνεται επίσης ότι η βέλτιστη κλινική αντιμετώπιση ασθενών,  απαιτεί την καλύτερη κατανόηση της ασθένειας, για το πώς προκαλεί εμφανή συμπτώματα σε μερικές ομάδες ανθρώπων, για το πώς οδηγεί στην ελλιπή λειτουργία οργάνων αλλά, και για το ποιες θεραπείες λειτουργούν καλύτερα σε σχέση με την κλινική εικόνα που παρουσιάζουν οι ασθενείς. 

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνάς τους (η οποία έχει δημοσιευτεί στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό PNAS), οι επιστήμονες προτείνουν ότι η βέλτιστη θεραπεία για ηλικιωμένους ασθενείς (που πιθανώς να έχουν φλεγμονή και εξασθενημένο ανοσοποιητικό  σύστημα), πρέπει να περιλαμβάνει στα αρχικά στάδια της νόσου τη χορήγηση της ηπαρίνης (αντιθρομβωτικό φάρμακο) ή/και τη χρήση φαρμάκων αναστολέων του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου, ενώ σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου τη χρήση του αντιφλεγμονώδους φαρμάκου δεξαμεθαζόνη.

Αναφορικά με τους ασθενείς με προϋπάρχουσες καταστάσεις όπως παχυσαρκία, διαβήτη και υψηλή αρτηριακή πίεση ή ανωμαλίες του ανοσοποιητικού συστήματος, σύμφωνα με την ενημέρωση από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, η θεραπεία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει φάρμακα που στοχεύουν ειδικά σε ουσίες που προάγουν τη φλεγμονή (κυτοκίνες, όπως η ιντερλευκίνη-6) στο σώμα, καθώς και φάρμακα που μπορεί να αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης – τον κύριο μηχανισμό ελέγχου της αρτηριακής πίεσης του σώματος – αποτρέποντας την ενεργοποίηση της αρτηριακής πίεσης και την αντίσταση στη ροή του αίματος που μπορεί να συμβεί σε ιογενείς λοιμώξεις.

Σύμφωνα με τον δρ Στυλιανόπουλο «επιπρόσθετα, το μοντέλο προβλέπει ότι αντι-ιϊκά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για την αντιμετώπιση της νόσου μπορεί να έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα με βάση το στάδιο που έχει προχωρήσει η ασθένεια, καθώς και τον λόγο που οι γυναίκες διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να νοσήσουν σοβαρά παρόλο που το ανοσοποιητικό τους σύστημα μπορεί να μην είναι τόσο ανθεκτικό όσο αυτό των ανδρών».