Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά, όπως υπογράφει, φέρνει στη μνήμη του μέρες της απόπειρας εκκλησιαστικού πραξικοπήματος.
Ο Τούρκος πάντα πόνταρε στην ηλίθια τάση που έχουμε εμείς οι Έλληνες -θα έγραφα νεοέλληνες, αλλά θυμήθηκα τι γινόταν και μεσούσης της Ελληνικής Επαναστάσεως, το 1823 για παράδειγμα- να πέφτουμε σαν ανόητοι στην παγίδα της διχόνοιας.
Η μνήμη ταξιδεύει πίσω, αρχές δεκαετίας του 1970, στη Μητρόπολη Κερύνειας, όταν οι μαθητές του Γυμνασίου, εξεταξίου σχολείου τότε, θα πήγαιναν να ευχηθούν για την ονομαστική εορτή του άρτι ανελθόντος στον επισκοπικό θρόνο, Γρηγορίου.
Να υπενθυμίσουμε για τους νεοτέρους την κρίση που είχε προκληθεί στους κόλπους της Εκκλησίας, με το εκκλησιαστικό, λεγόμενο,πραξικόπημα των τριών μητροπολιτών, Πάφου Γενναδίου, Κιτίου Άνθιμου και Κυρηνείας Κυπριανού, κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Προέδρου της νεοσύστατης -αλλά όχι εκλιπούσης- Δημοκρατίας μας…
Διχασμός, λοιπόν, ακόμη και μεταξύ 16χρονων, 17χρονων κοπελλουθκιών. Ορισμένοι, μια μικρή ομάδα 15-20 μαθητών, οι λεγόμενοι γριβικοί, αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με την εντολή του γυμνασιάρχη, ήταν νομίζω, ο μακαριστός Χρίστος Μουρούζης (1923-1983), να πάνε να ευχηθούν στον νέο δεσπότη.
Για να είμαι ειλικρινής, και ο ίδιος αμφιταλαντευόμουν, με ποια ομάδα να συνταχθώ. Δεκαπεντάχρονος τότε, και από τότε ενάντιος σε κάθε μορφή εξουσίας, είχα ενθουσιαστεί με τα «υπέροχα», περί εθνικής αποκατάστασης -Ένωσης με τον εθνικό κορμό, δηλ. την Ελλάδα- συνθήματα, και είχα αντιμακαριακή, ας την πούμε, τάση…
Φυσικά, δεν εξεδήλωνα εις ουδέναν τα φιλελληνικά ή ενωτικά μου πολιτικά αισθήματα, εκτός βεβαίως από τον μακαριστό πατέρα μου, ιατρό, λοχαγό τότε, της Εθνικής Φρουράς, Μανώλη Χατζηαντώνη.
Και να διευκρινίσουμε εδώ ότι ο μακαριστός ήταν φανατικός μακαριακός! Δεν αποκάλυπτε, βέβαια, τις πολιτικές του θέσεις στους χουντικούς εξ Ελλάδος αξιωματικούς, συναδέλφους του, για ευνόητους λόγους. Τον είχα ερωτήσει, λοιπόν, από την προηγούμενη μέρα: «Παπά, τι θα κάμω αύριον; Είντα ‘ν’ πον να κάμω; Να πάω να ευχηθώ στον Γρηγόριο ή να παραμείνω στο σχολείο;». Για να εισπράξω την απάντηση: «Μα, εννοείται ότι θα πάεις να ευχηθείς του ανθρώπου, Τώνη μου… Αν μάθω πως δεν πήγες, θα σε τιμωρήσω. Στέρηση pocket money, για μιαν εφτομάδα!». Για να προσθέσει: «Και κατ’ οίκον περιορισμός επ’ αόριστον!».
Παρόλα αυτά, εγώ, που από τότε ήμουν… πνεύμα της αντιλογίας, έκλινα με το μέρος της ομάδος των αντιμακαριακών, διότι παρόλο που ήμουν 15χρονο παιδί, δεν μπορούσα να δεχθώ ότι ο πολιτικός ηγέτης ενός κράτους μπορεί να φέρει και αρχιερατικό αξίωμα. Ενίοτε δε, όταν με έστελνε για εφημερίδα ο θείος-Ττοφής, αντί για τη «Χ», αγόραζα από τον Πατίνιο «Μάχη» ή «Εθνική», με κίνδυνο να φάω ξύλο στο τέλος…
Έκανα τον αδιάφορο, λοιπόν, και έμεινα στην αίθουσα, κάνοντας ότι μελετούσα για την επόμενη διδακτική ώρα, που νομίζω ήταν Μαθηματικά… Για κακή μου τύχη, έτυχε(;) να περνάει απέξω ο κ. Μουρούζης. Μπαίνει στην τάξη, στέκεται μπροστά μου και μου λέει σε αυστηρό τόνο: «Χατζιαντώνη, γιατί είσαι ακόμη εδώ; Δεν θα πας να ευχηθείς στον νέο μητροπολίτη;». Και συμπλήρωσε: «Τι θα πω αύριο στον φίλο μου Μανωλάκη, τον γιατρό μας, όταν μάθει ότι συμφωνείς με αυτά τα… αποβράσματα;». Πάγωσα! «Ετοιμαζόμουν να πάω κύριε γυμνασιάρχα…». Και όντως, πήγα τρέχοντας, εκών, άκων.
Μετά από μερικούς μήνες, όταν εξεδηλώθη το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και τα άρματα μάχης Τ-34 των χουντικών επέδραμαν κατά της Μητρόπολης Κερύνειας, έτρεχα τρομοκρατημένος στην αγκαλιά του πατέρα μου, και σχεδόν κλαίγοντας, τον ρωτούσα: «Τωρά, εν να ‘ρτουν οι Τούρτζιοι, παπά μου;».Τα υπόλοιπα γνωστά.