Για τα παιδικά γράμματα στον Άη Βασίλη γράφει ο Αντώνης Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά, όπως αναφέρει.
Δεν το παίζω αυθεντία, σοφός, ή έστω ένας εκ των αρίστων Δασκάλων-εκπαιδευτικών που πέρασαν από την ελληνική –αλλά και την κυπριακή– εκπαίδευση.
Θα μου επιτρέψετε όμως, με ταπεινότητα και σεβασμό, φίλοι διδάσκοντες στη δημοτική εκπαίδευση, να σας συμβουλεύσω κάτι. Μπορεί να σας φανεί ασήμαντο, αλλά, νομίζω, και λόγω των εορταστικών ημερών που ήδη διάγομεν, και επίκαιρο είναι και χρήσιμο, εις αυτούς που διαχειρίζονται τρυφερές παιδικές ψυχούλες. Και αναφέρομαι στις επιστολές προς τον Άη-Βασίλη, που τέτοιες μέρες αναθέτουν στα παιδάκια, να αποστείλουν.
Όχι, φίλοι δάσκαλοι. Να το αποφύγετε! Και για να σας εξηγήσω γιατί επιμένω, ακούστε τα εξής.
Β’ Δημοτικού ή Γ’, δεν ενθυμούμαι ακριβώς.1966-67… Η ώρα που θα γράφαμε την έκθεση (αλήθεια, γιατί τη λέγαμε και σύνθεση;). Μέσα Δεκεμβρίου, η τάξη στολισμένη, το δέντρο, ένα λιγνό κυπαρισσάκι από τις πλαγιές του Πενταδάκτυλου, με τα πολύχρωμα λαμπιόνια του, να στέκει καμαρωτό, πίσω από την έδρα της κ. Γκλόριας Λοϊζίδου –καλή της ώρα– την αγαπούσα πάρα πολύ! Η εντολή: Γράψτε παιδιά, τι δώρα θέλετε να σας φέρει ο Άγιος Βασίλης, που σύντομα θα κατέβει στη γη, με το έλκηθρο που το σέρνουν ωραίοι, ψηλοί τάρανδοι.
Ε, πρέπει να ήμουν από τότε πολύ αφελής. Εγώ την πίστεψα! Δεν γνωρίζω για τους συμμαθητές μου. Αφού έξυσα καλά το μολύβι μου, άρχισα να γράφω… Αν θυμάμαι καλά, το κυριότερο δώρο που ήθελα, λαχταρούσα, ήταν ένα ρομποτάκι και ένα αυτοκινητάκι από αυτά που έμπαινες μέσα και κάνοντας πετάλι, εκινείτο. Τέτοιο είχε, θυμάμαι σε στυλ jeep, ο φίλος και συμμαθητής, Ντίνος Κωνστάμπεης, και το ζήλευα. Το ‘θελα πολύ!
Αφού γράψαμε τις επιθυμίες μας, η δασκάλα μάζεψε τα γράμματα από όλους μας, τα σχολεία κλείσανε, πέρασαν και τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, και εγώ περίμενα ότι ένα πρωί μπροστά στο τζάκι του επίσημου σαλονιού του αρχοντικού μας στην Κερύνεια, θα εύρισκα τα δώρα που είχα ζητήσει. Άδικα περίμενα…
Οποία απογοήτευση, όταν πέρασαν οι χριστουγεννιάτικες διακοπές, άνοιξαν ξανά τα σχολεία, και εγώ… ακόμη ήλπιζα! Φυσικά, μέσα στο παιδικό μυαλό μου, γυρόφερνε η μεγάλη απορία: «Μα, εμένα γιατί με ξέχασε ο Άης Βασίλης; Μήπως δεν μπόρεσε να βρει αυτά που του ζήτησα στην επιστολή μου;»
Ε, βέβαια, ούτε που τόλμησα να ρωτήσω την κ. Γκλόρια για τους λόγους που εγώ δεν έλαβα κανένα από τα δώρα που ζήτησα. Και αφού πέρασαν αρκετές μέρες, ρωτάω μια μέρα, την αδελφή μου Χρύσω, επτά χρόνια μεγαλύτερη από μένα: «Με κορόιδεψε η δασκάλα. Το γράμμα που έστειλα στον Άγ. Βασίλη στην Καππαδοκία, δεν πρέπει να έφτασε στον προορισμό του!».
Η αδελφή μου, με κοίταξε σκεφτική και μου λέγει χαμογελώντας: «Ωωω, μα είσαι τόσο βλάκας, που πίστεψες ότι υπάρχει Άης Βασίλης; Δεν το πιστεύω!».
Ε, δεν μπορείτε φίλοι μου να φανταστείτε πόσο άσχημη ήταν η προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα! Πόσο μεγάλη ήταν η απογοήτευση που ένιωσε η τρυφερή ψυχούλα μου, η ψυχή ενός 7χρονου παιδιού…
Είναι γι’ αυτό που σας συμβουλεύω φίλοι εκπαιδευτικοί: Μην αναθέσετε ποτέ ξανά στα παιδιά, να γράψουν τέτοια γράμματα. Αλλά, υπάρχει και ένας ευχάριστος επίλογος. Ο μακαριστός πατερούλης μου, Εμμανουήλ Χατζηαντώνης, ιατρός παθολόγος,ο οποίος με λάτρευε –και φυσικά τον υπεραγαπούσα και εγώ– φαίνεται άκουσε εκείνο τον διάλογο με την αδελφή μου. Διότι ακριβώς, τα επόμενα Χριστούγεννα, έγινε το «θαύμα»! Βρήκα ακριβώς κάτω από το τζάκι, παραμονές πρωτοχρονιάς, ένα όμορφο πακέτο… Όταν τα άνοιξα, περιείχε ένα ρομποτάκι που βάδιζε μόνο του. Όταν έφτανε στην άκρη του τραπεζιού, σταματούσε αυτομάτως! Και όταν σταματούσε για λίγο, άνοιγε μια μικρή οθόνη στο στήθος του και πρόβαλλε κάτι διαστημόπλοια, σε έγχρωμη εικόνα. Ενθουσιάστηκα! Δεν φαντάζεστε τη χαρά μου… Έτρεξα, τον αγκάλιασα και τον φίλησα στο μάγουλο. «Σε ευχαριστώ παπαλλή μου… Αγαπώ σε πολλά!», του είπα. Ένα δάκρυ χαράς, πρόσεξα τότε, να κυλά στο πρόσωπό του..