Ως μνημόσυνο για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή γράφει η Νίκη Καραγιώργη, καθηγήτρια – συγγραφέας.

 

Βασίλη Μιχαηλίδη,

Υπήρξες ο εκφραστής της ελληνικής ψυχής του Κυπριακού Ελληνισμού. Αφιέρωσες το ποιητικό σου έπος στην υπηρεσία της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων της Κύπρου.

Το αθάνατο έπος σου, «η 9η Ιουλίου», αποτελεί σημείο σταθμό της Ρωμιοσύνης, για φυσική και εθνική επιβίωση μέσα στους αιώνες. Η τουρκική εισβολή και κατοχή το 1974 πήρε τη μισή μας πατρίδα και άφησε πολλούς νεκρούς, αγνοούμενους και εγκλωβισμένους.

Το Λευκόνοικό μας δεν είναι πια το Λευκόνοικο που ξέραμε, της αρχοντιάς, της νοικοκυροσύνης και της αρετής. Η εισβολή και η φθορά τόσων χρόνων αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία του και στους δρόμους χανούμισσες και ανατολίτες διαλαλούν τις πραμάτειες τους. Αγώνας μας η αντοχή και επιμονή. Και όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, πήγαμε. Όλη η περιοχή βουβή, άψυχη. Φύγαν οι αφέντες και οι νοικοκύρηδες. Ορφάνεψε ο τόπος. Ρημαγμένες οι εκκλησίες μας. Παντού καταστροφή. Εδώ ήλθαμε ν’ ακουμπήσουμε την  ψυχή μας για να ξεκουραστούμε. Να γείρουμε πάνω στη γη μας και να ξαποστάσουμε… Μείναμε αμίλητοι. Οι μνήμες μείναν μέσα στη γη και ίσως εκεί θα μείνουν. Ποιος ξέρει για πόσο ακόμα;

Το όνειρο της πατρικής γης του Λευκονοίκου μας προσκαλεί και μας καθοδηγεί. Μας δυναμώνει και μας εμπνέει πάντοτε η φλόγα της ποίησής σου Βασίλη Μιχαηλίδη και σε μακαρίζουμε και σ’ ευχαριστούμε.

Με τον δυνατό λόγο σου και τη μεστή φωνή σου κατέστης ο Εθνικός Ποιητής της Κύπρου. Καί είσαι το καύχημα και το καμάρι του Λευκονοίκου που γεννήθηκες στο ιστορικό αυτό χωριό γύρω στο 1850 και πέθανες στη Λεμεσό στις 7 Δεκεμβρίου 1917.

Έζησες 67 χρόνια γεμάτα περιπέτειες και ατυχίες, πίκρες και καημούς, πόθους και ανεκπλήρωτους οραματισμούς, φτώχεια και στερήσεις –πολλές απογοητεύσεις και λίγες χαρές και αναγνωρίσεις.

Πατέρας σου ήταν ο Μιχάλης Χατζηκουμπάρος από το Λευκόνοικο και μητέρα σου ήταν η Ανέτα του Κονόμου από το Δάλι.

Σε ηλικία 10 χρονών έχασες τη μητέρα σου και ο πατέρας σου σε έστειλε στο Δάλι κοντά στον θείο σου Χρύσανθο Παπακονόμο.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθες στο Λευκόνοικο και στο Δάλι. Συμπλήρωσες τη μόρφωσή σου στη Λευκωσία όπου πήγες στον πρώτο ξάδελφο του πατέρα σου Κυπριανό Οικονομίδη και μετέπειτα μητροπολίτη Κιτίου, αδελφό του Γιωρκή Κονόμου, πατέρα της γιαγιάς μου Ηλιούς – μητέρα του πατέρα μου. Δεν είμαστε μόνο γείτονες αλλά και συγγενείς από τον Κιτίου Κυπριανό.

Το 1875 πήγες στην Ιταλία για να σπουδάσεις ζωγραφική, αλλά σε 2 χρόνια το 1877 εγκατέλειψες τις σπουδές σου και πολεμάς στη Θεσσαλία για την ελευθερία των Ελλήνων. Επιστρέφεις στην Κύπρο σ’ ένα χρόνο το 1878 και βρήκες να ‘χει άλλον αφέντη, τον Άγγλο.

Εγκαταστάθηκες στη Λεμεσό και εργάστηκες ως υπάλληλος του δήμου (φαρμακοποιός) μέχρι το 1910. Έφυγες στις 7 Δεκεμβρίου 1917, ένα Σάββατο βράδυ, όπως ήταν η επιθυμία σου στο πιο κάτω ποίημά σου.

«Θεέ μου τζιαι να πέθανα το Σάββατο το βράδυ
τζιαί Τζιερκατζιή που το πωρνό να κατεβώ στον Άδη
πον’ οι παπάες αθκειανοί τζιαι τα λιγνά αλλαμένα
να συνακτούν να κλάψουσι ξεχωριστά για μένα».

 

Βασίλη Μιχαηλίδη,

Γεννηθήκαμε σε διαφορετικές εποχές στο Λευκόνοικο, στην πάνω γειτονιά, στον ίδιο δρόμο, τέσσερα σπίτια εγώ πιο πάνω από το δικό σου κοντά στην εκκλησία. Περπατήσαμε στους ίδιους δρόμους, αναπνεύσαμε τον ίδιο αέρα. Ακούσαμε τις ίδιες λειτουργίες, ήχησαν οι ίδιες καμπάνες, γαλουγηθήκαμε στα νάματα από τα βάθη της πηγής της πίστης μας.

Ζήσαμε την κάψα του θέρους. Καθίσαμε κάτω από την ελιά έξω από το σπίτι σου. Πετάξαμε στα ίδια αλώνια και στην αυλή της εκκλησιάς του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, εκεί βαφτιστήκαμε, εκκλησιαστήκαμε, καθίσαμε κάτω από τις φτερούγες του μεγαλόπρεπου Μιχαήλ Αρχάγγελου, που ήταν η Σκέπη, ο Αετός, ο Στρατηγός, ο Ταξιάρχης.

Σε διαφορετικές εποχές εδώ στο Λευκόνοικο, εσύ Βασίλη Μιχαηλίδη κι εμείς ζήσαμε το πρώτο φως, το πρώτο χάδι, το πρώτο φιλί από τη μάνα μας, το πρώτο νανούρισμα. Εδώ κάναμε τα πρώτα βήματα κρατώντας πρώτα το χέρι της μάνας μας. Μάθαμε τα πρώτα γράμματα, κάναμε τους πρώτους φίλους. Εδώ κάναμε ένα νέο ξεκίνημα. Εδώ τα καλύτερα είναι. Αν ζούσες Βασίλη Μιχαηλίδη σήμερα, θα νοσταλγούσαμε μαζί απόψε. Τα πρώτα-πρώτα που μάθαμε.