Ο Σπύρος Δημητρίου προβληματίζεται για τη στάση της δικής μας πλευράς στο Κυπριακό.

Αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής του 1974, η πολιτική μας ηγεσία δεν παρέλειπε διαρκώς να διατρανώνει την πεποίθησή της για επιστροφή όλων των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες τους.  Υποσυνείδητα όμως, αλλά και ενσυνείδητα, ο προσφυγικός κόσμος είχε χωριστεί σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που γνώριζαν ότι θα ήταν αδύνατο να επιστρέψουν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και στους υπόλοιπους, που νόμιζαν ότι θα επέστρεφαν κανονικά στις περιουσίες τους. Η πορεία των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, για 43 τόσα χρόνια, κατά γενική ομολογία, δεν μας έχει αποκομίσει κανένα όφελος. Αντίθετα, είναι μια πορεία συνεχόμενων εκπτώσεων και το χειρότερο, ενώ  έχουμε το δίκαιο με το μέρος μας, βρισκόμαστε συνέχεια σε αμυντική θέση. Φθάσαμε στο σημείο να κατέχουν τα ξενοδοχεία μας και ταυτόχρονα να μας κατηγορούν για οικονομικό εμπάργκο, επειδή δεν μπορούν να τα γεμίσουν πιο εύκολα. Μας κατηγορεί ο Ακιντζί ότι δεν είμαστε ειλικρινείς στον διάλογο και ότι τον σπρώχνουμε στις αγκάλες της Τουρκίας. Αυτόν, που διακαώς επιμένει σε τουρκικές εγγυήσεις. Αν αυτός φοβάται το μισό εκατομμύριο των άοπλων Ρωμιών, τι αισθήματα πρέπει να έχουν οι Ελληνοκύπριοι απέναντι στα 80 εκατομμύρια της Τουρκίας;
Αποτελεί κατάντημα, να έχεις το δίκαιο με το μέρος σου και να μην έχεις την ικανότητα να το αποδεικνύεις. Κι αυτό γιατί η πολιτική μας ηγεσία δεν έμεινε σταθερή στο κύριο επιχείρημά μας, ότι σε αυτόν το τόπο έγινε εισβολή και κατοχή. Ακούμε από δημόσιο πρόσωπο να λέει: «έγινε ένας πόλεμος και τον χάσαμε». Επεκτείνοντας τη σκέψη του, άρα, ο ηττημένος συνθηκολογεί, με όλο το κόστος. Φαίνεται ότι ο νεαρός αυτός υψηλόβαθμος πολιτικός δεν έζησε τα τραγικά γεγονότα. Σε τελική ανάλυση φαίνεται ότι δεν καταλάβαμε τα μακροπρόθεσμα σχέδια της Άγκυρας.
Το 1984, δέκα χρόνια μετά την εισβολή, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υιοθετεί ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «θεωρεί τις απόπειρες για εποικισμό οποιουδήποτε τμήματος των Βαρωσίων από άτομα άλλα εκτός από τους κατοίκους του, ως απαράδεκτες» και ζητά τη μεταβίβαση της περιοχής, στη διοίκηση των ΗΕ. Ας σημειωθεί ότι στο ψήφισμα αυτό δεν αναφέρεται ο όρος «περιφραγμένη περιοχή». Αργότερα εμφανίζεται, από δική μας αδυναμία.
Δυστυχώς, για τριάντα τρία χρόνια η δική μας η πλευρά αδυνατεί να αξιοποιήσει ένα τόσο ισχυρό χαρτί στα χέρια της και με την πάροδο του χρόνου το ευνούχισε και το ενταφίασε. Αν η πλευρά που συνομιλούμε, δεν σέβεται ένα ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών, πώς θα εφαρμόσει στην πράξη την οποιαδήποτε λύση; Και πώς θα την εφαρμόσει, όταν καθημερινά συνεχίζει την εισβολή ανενόχλητη μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ;
Με αυτές τις σκέψεις προβληματίζομαι σε ποιον θα εμπιστευτώ την ιερή μου ψήφο. Προβληματίζομαι επίσης και από τα λόγια του δημάρχου μου, κ. Αλέξη Γαλανού, που σε συγκέντρωση των Αμμοχωστιανών τον περασμένο  Σεπτέμβριο, εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων, έλεγε: «αγαπητοί συμπολίτες, εγώ ξέρω ότι η μέρα της επιστροφής δεν θα αργήσει».
Μήπως εννοούσε ότι σύντομα θα επιστρέψουμε υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση;