«Οι πρόσφυγες έχουν το δικαίωμα να βρουν τη δική τους Ιθάκη και να συναντούν κοινωνίες και ανθρώπους που θα τους εμπνεύσουν και θα τους δώσουν δύναμη για να ελπίζουν και να ονειρεύονται» είπε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου Τάσος Χριστοφίδης σε σύντομο χαιρετισμό του στο πολύ επιτυχημένο συνέδριο με τίτλο: «Προσφυγικό: Προκλήσεις και προοπτικές» που το Πανεπιστήμιο Κύπρου συνδιοργάνωσε μαζί με το Ίδρυμα Universitas, το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο (UNHCR Cyprus) και το Ίδρυμα Bridges for Tomorrow.

Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε  την περασμένη Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022 στο Κτήριο Συμβουλίου-Συγκλήτου «Αναστάσιος Γ. Λεβέντης» στην Πανεπιστημιούπολη με εισηγήτρια/ές την Κορίνα Δρουσιώτου ανώτερη νομική λειτουργό της μη κυβερνητικής οργάνωσης  Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (Cyprus Refugee Council), τον Γιάννη Παπαδάκη καθηγητή Ανθρωπολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου και πρόεδρο του Ιδρύματος Bridges for Tomorrow, τον κοινωνιολόγο Νίκο Περιστιάνη ιδρυτικό πρόεδρο Πανεπιστημίου Λευκωσίας και πρόεδρο του Ιδρύματος Universitas, τον Νίκο Τριμικλινιώτη καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και τον Χρίστο Χατζηιωάννου μεταδιδακτορικό ερευνητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ειδικό επιστήμονα Διδασκαλίας Τμήμα Νοσηλευτικής ΤΕΠΑΚ.  

Στο πλαίσιο του συνεδρίου που παρακολούθησαν δεκάδες φοιτητές/τριες, καθηγητές και προσκεκλημένοι των διοργανωτών, ο Τάσος Χριστοφίδης τέλεσε τα εγκαίνια της πολύ σημαντικής φωτογραφικής έκθεσης του Βρετανού φωτογράφου και εικονολήπτη Sebastian Rich με τίτλο «Αναζητώντας Ασφάλεια» σε επιμέλεια του φωτογράφου Στέφανου Κουρατζή και της αρχαιολόγου και ιστορικού τέχνης Κατερίνας Χατζηστυλλή. 

Η έκθεση περιλαμβάνει συγκλονιστικές  φωτογραφικές αποτυπώσεις προσφύγων, αιτητών ασύλου και άλλων εκτοπισμένων στην Κύπρο και στον κόσμο. Συντονίστρια του συνεδρίου και επικεφαλής της διοργάνωσης της όλης εκδήλωσης ήταν η εκπρόσωπος Τύπου του Πανεπιστημίου Κύπρου Δόξα Κωμοδρόμου.

Τα «θέλω» της UNHCR στην Κύπρο

«Στην Κύπρο υπάρχουν αυτή τη στιγμή 30 χιλιάδες αιτητές ασύλου και 16 χιλιάδες πρόσφυγες και δικαιούχοι επικουρικής προστασίας, με τα προβλήματα των περισσότερων από αυτούς να προκαλούνται από τις μακρόχρονες καθυστερήσεις στη διαδικασία ασύλου», είπε μεταξύ άλλων στον δικό της σύντομο χαιρετισμό η Katja Saha αντιπρόσωπος στην Κύπρο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR Cyprus). Όπως επεσήμανε, «ενώ μια αίτηση ασύλου εξετάζεται, ο αιτητής ασύλου έχει πολύ περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά εργασίας και σε προγράμματα κοινωνικής ένταξης. Αυτή – συνέχισε – είναι απώλεια ταλέντων και οικονομικής συνεισφοράς που δημιουργεί εξάρτηση και πίεση στο σύστημα κοινωνικής ευημερίας. Ενώ πολλές από τις αιτήσεις ασύλου δεν είναι επαρκώς βάσιμες και τελικά θα απορριφθούν, πολλοί άλλοι αιτητές ασύλου είναι άτομα που χρειάζονται διεθνή προστασία. Εμείς ως UNHCR επιθυμούμε γρήγορες και δίκαιες διαδικασίες για να ξεχωρίσουν οι πρόσφυγες από άλλες μεταναστευτικές ομάδες. Μαζί με ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα ασύλου, θέλουμε να δούμε ένα πιο στιβαρό και περιεκτικό σχέδιο ένταξης που θα ωφελήσει τους ίδιους τους πρόσφυγες, αλλά και τον οικονομικό και πολιτιστικό ιστό της χώρας. Κανένας δεν επιλέγει να γίνει πρόσφυγας. Αλλά μπορούμε να επιλέξουμε πώς θα σκεφτούμε για τους πρόσφυγες και πώς θα κάνουμε αλλαγές ώστε οι κοινότητές μας να γίνουν πιο περιεκτικές και φιλόξενες. Με την ενσωμάτωση αιτητών ασύλου και προσφύγων, κτίζουμε πιο ισχυρές, ασφαλείς και σφριγηλές κοινότητες, ενώ επιτρέπουμε στους πρόσφυγες να ξανακτίσουν τις ζωές τους με αξιοπρέπεια».

Φοβική στάση για την ένταξη

Περιγράφοντας την κατάσταση στην οποία ζουν οι πρόσφυγες στην Κύπρο η νομικός Κορίνα Δρουσιώτου τόνισε ότι «κάποιοι από αυτούς είναι άστεγοι που διαβιώνουν σε συνθήκες εξαθλίωσης με αντίκτυπο στις τοπικές κοινότητες. Η στέγαση –είπε– είναι το κυριότερο και πιο κρίσιμο πρόβλημα». Ανέφερε ότι το ποσοστό αιτητών ασύλου που λαμβάνουν επίδομα (360 ευρώ με μείωση στα 314) είναι χαμηλό, άρα σεβαστός αριθμός αιτητών ασύλου εργάζονται, συνεισφέροντας σημαντικά στην οικονομία». Σε σχέση με τις διαδικασίες ασύλου ανέφερε ότι «έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια θετικά μέτρα όπως η αύξηση του αριθμού λειτουργών για εξέταση και έχει βελτιωθεί σημαντικά η τεχνογνωσία με στήριξη της UNHCR και του Οργανισμού της Ε.Ε. για το Άσυλο. Όμως παραμένουν σημαντικά κενά όπως η πρόσβαση σε αξιόπιστη, δωρεάν νομική συμβουλευτική και αντιπροσώπευση, την οποία μόνο ο οργανισμός μας προσφέρει δωρεάν.

Παρατηρούνται επίσης μεγάλες καθυστερήσεις στην εξέταση αιτημάτων – για βάσιμες αιτήσεις ο μέσος όρος είναι 3-4 χρόνια! Στο θέμα της ένταξης προσφύγων και μεταναστών υστερούμε σε μεγάλο βαθμό και η  γενικότερη πολιτική μας χαρακτηρίζεται από μια φοβική στάση, παρά τις συνεχιζόμενες και αυξανόμενές ανάγκες για εργατικό δυναμικό, αλλά και για πληθυσμό. Η πολιτική αυτή οδηγεί σε αποκλεισμό και περιθωριοποίηση και περιορίζει τις δυνατότητες ανέλιξης των ατόμων εντός της κοινωνίας, κρατώντας τους πάντα σε μειονεκτική θέση κοινωνικά και οικονομικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και παιδιά προσφύγων ή μεταναστών που έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει στην Κύπρο, παραμένουν είτε με καθεστώς πρόσφυγα ή στην περίπτωση των μεταναστών, συχνά χωρίς καθεστώς». 

  Αναγκαιότητα η αποδοχή των προσφύγων

Μια προσωπική χροιά έδωσε στην παρέμβαση του ο καθηγητής Γιάννης Παπαδάκης, για να υπογραμμίσει ότι «οι ιστορίες όλων μας είναι στο βάθος ιστορίες προσφυγιάς και εκτοπισμών και η ιστορία της ανθρωπότητας μια ιστορία μετακινήσεων ξεκινώντας από την Αφρική». Όπως είπε, «γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1964 σε μια κλινική. Ο πατέρας μου –πρόσθεσε- γεννήθηκε στην Αθήνα και εκτοπίστηκε αρκετές φορές στη ζωή του μέχρι να καταλήξει στην Κύπρο. Ο δικός του πατέρας μετοίκησε από την Κύπρο στην Ελλάδα για εργασία ως οικονομικός μετανάστης. Εκεί παντρεύτηκε τη γιαγιά μου εκτοπισμένη από τη Σμύρνη και έζησαν στη Νέα Σμύρνη». Όπως επεσήμανε, «η ανάγκη αποδοχής και ενσωμάτωσης προσφύγων και ευρύτερα μεταναστών, πέραν των καθαρά νομικών θεμάτων, δηλαδή των διεθνών συνθηκών για προσφορά προστασίας και ασύλου, πέραν ακόμα  και των ηθικών και ανθρωπιστικών πτυχών για στήριξη συνανθρώπων μας που τυχαίνει να γεννηθούν αλλού σε πιο βίαιες συνθήκες από τις δικές μας, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Και οι Ελληνοκύπριοι, ας θυμόμαστε, κάποτε ζήτησαν αυτή τη στήριξη ως πρόσφυγες». 

Αναφερόμενος στην κυπριακή περίπτωση προσφυγιάς, ο κ. Παπαδάκης μίλησε για τις μελέτες του Roger Zetter, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που «βασιζόμενος στην περίπτωση της Κύπρου ως case study και εξηγώντας ενδεχόμενους περιορισμούς γενίκευσης, υποστηρίζει σε άρθρο του του 1992 ότι η κυπριακή διαχείριση του θέματος των εκτοπισθέντων, δείχνει πως οι πρόσφυγες  μπορούν να αποτελέσουν μια δυνατότητα ανάπτυξης (a resource for development), αντί ένα  βαρίδιο ανάπτυξης (development burden) – ανατρέποντας την προηγούμενη κοινή λογική ότι οι πρόσφυγες αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη. Αυτό το έργο ανέτρεψε το προγενέστερο παράδειγμα περί προσφύγων και τον ανέδειξε ως εκ των σημαντικότερων ακαδημαϊκών για τα θέματα αυτά». Σε σχέση με το θέμα της διεθνούς μετανάστευσης, είπε ότι «αυτό παραμένει το πλέον διαστρεβλωμένο θέμα σε δημόσιες συζητήσεις, όπως υποστηρίζουν οι  συγγραφείς ενός από τα κλασικά βιβλία για μετανάστευση (Goldin, Cameron and Balarajan, Exceptional People). 

Ο κ. Παπαδάκης επικαλέσθηκε πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τη οποία, «φαίνεται να μην υπάρχει άλλος τρόπος από την εισδοχή μεταναστών για την αντιμετώπιση του διογκούμενου προβλήματος της γήρανσης του πληθυσμού, η οποία αν δεν αντιμετωπιστεί, θα έχει ολέθριες οικονομικές επιπτώσεις στα ταμεία συντάξεων και έξοδα περίθαλψης ηλικιωμένων, οδηγώντας ακόμα και σε κατάργηση της δυνατότητας αφυπηρέτησης». 

Η στροφή προς κατασταλτικά μέτρα

Σκληρά επικριτική έναντι της κυβερνητικής πολιτικής για το μεταναστευτικό ήταν η εισήγηση του καθηγητή Νίκου Τριμικλινιώτη, βασισμένη στην έκθεση που ετοίμασε μαζί με την ερευνήτρια Κορίνα Δημητρίου τον Ιούλιο 2022 με τίτλο «Κύπρος: Άσυλο και μετανάστευση στην εποχή της πανδημίας COVID-19». Η έκθεση «διαπιστώνει ότι τα έκτακτα πανδημικά μέτρα χρησιμοποιήθηκαν για επιβολή περιοριστικών και κατασταλτικών μέτρων για την αποτροπή και την αποτροπή αιτήσεων ασύλου υποθέτοντας ότι πρόκειται για οικονομικούς μετανάστες ή μέρος σχεδίου της Άγκυρας». 

Σύμφωνα με τον κ. Τριμικλινιώτη, «οι κυβερνητικές πολιτικές για τον περιορισμό των «ροών» βασίζονται σε προβληματικές υποθέσεις: (α) Υποθέτουν ότι όσο περισσότερα τα εμπόδια, τόσο λιγότεροι μετανάστες. (β) Υποθέτουν ότι όσο λιγότερο ελκυστική γίνεται η Κύπρος, τόσο λιγότερες είναι οι αιτήσεις ασύλου. Οι πολιτικές αυτές δεν μείωσαν τις «ροές», αλλά οδήγησαν σε πρωτοφανείς περιοριστικές πολιτικές εξωτερίκευσης και ασφαλειοποίησης, με στροφή προς κατασταλτικά μέτρα. Επίσης οδήγησαν στη φυλετικοποίηση των μεταναστών σε κοινωνικό επίπεδο και σε αύξηση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η κυβέρνηση ανάπτυξε μια νέα πολιτική παράνομων επαναπροωθήσεων, τόσο στο έδαφος όσο και στη θάλασσα. Εναρκτήριο λάκτισμα ήταν το απότομο κι αυθαίρετο κλείσιμο των σημείων ελέγχου στα οδοφράγματα και η άρνηση αποδοχής αιτήσεων ασύλου από όλα τα άτομα που προσπαθούσαν να τα διασχίσουν, ακόμη και μετά την επαναλειτουργία τους. Μετά το κλείσιμο των σημείων ελέγχου στα οδοφράγματα, ακολούθησαν επανειλημμένες επαναπροωθήσεις στη θάλασσα και τοποθέτηση συρματοπλεγμάτων κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής. Αυτοί οι περιορισμοί όχι μόνο απέτυχαν να περιορίσουν τις διελεύσεις, αλλά καταστρατηγούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρωπιστικές εγγυήσεις προστασίας, ενισχύοντας την ξενοφοβία στην κοινωνία. Η προσέγγιση της κυβέρνησης έχει στραφεί σε μια όλο και πιο περιοριστική μεταναστευτική πολιτική που εφαρμόζεται μέσω κατασταλτικών μέτρων, παράλληλα με αυστηρότερους μεθοριακούς περιορισμούς και την περιστολή των δικαιωμάτων πρόσβασης στο άσυλο. Αυτό έγινε με στόχο τη μείωση του «παράγοντα έλξης» (pull factor), όπου η κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα που περιορίζουν δικαιώματα όπως τα δικαιώματα προσφυγής, το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση και τις άδειες διαμονής στα παιδιά αναγνωρισμένων προσφύγων και την πρόσβαση σε μέτρα και παροχές ένταξης. Η πανδημία αποκάλυψε και διεύρυνε τα κενά και τις ανισότητες στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και πρόνοιας και αύξησε την έλλειψη στέγης, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο». 

«Μια πόλη όπου άπαντες είναι δεκτοί»…

«Ας μου επιτραπεί στη δική μου εισήγηση να επιτελέσω μια στροφή 180 μοιρών και αντί να μιλήσω για τους μετανάστες, να μιλήσω για την ασφάλεια των Κυπρίων και τη μέριμνά τους γι’ αυτήν μέσω συγκεκριμένων δομών» είπε στην εισήγηση του με θέμα το φιλοσοφικό υπόβαθρο της ανασφάλειας, ο ερευνητής Φιλοσοφίας Χρίστος Χατζηιωάννου. Υπογράμμισε ότι «η επικρατούσα κοσμοθεωρία στον τόπο μας, ξεχνά ότι όλες οι δομές και έννοιες, όπως «κυριαρχία», «έθνος», «σύνορα», «ταυτότητα», «αυτονομία», «ιθαγένεια», «το ανήκειν», όταν απολυτοποιηθούν οδηγούμαστε σε αντιφάσεις και σε περισσότερη επισφάλεια και αστάθεια, παρά σε ασφάλεια και σταθερότητα». Κατέληξε με τα ακόλουθα: «Κανένας δεν ανήκει κάπου σε απόλυτο βαθμό. Η αποξένωση είναι πάντοτε εκεί και είναι «συστατικό» όλων των σχέσεων. Κανένας χώρος δεν προσφέρει απόλυτη οικειότητα, έτσι ώστε να νιώσουμε ότι ανήκουμε απόλυτα σε ένα χώρο και μας ανήκει απόλυτα ο χώρος και έτσι ώστε ο ιθαγενής να θεωρείται «οικείος» και ο μετανάστης «ανοίκειος». Ο λόγος που νιώθουμε οικείοι με ένα χώρο, είναι επειδή ενυπάρχει ταυτόχρονα το ανοίκειο – η οικειότητα γεννιέται από το ανοίκειο, το οποίο πάντα περιέχει και στο οποίο περιέχεται. Ακόμα και οι Ελληνοκύπριοι είμαστε ξένοι μεταξύ μας. Πολλές φορές ο ξενιτεμένος ερμηνεύει τη νοσταλγία για την πατρίδα ως απόδειξη ότι πατρίδα σημαίνει οικειότητα. Ωστόσο, συχνά αυτός που επιστρέφει στην πατρίδα νιώθει νοσταλγία γι’ αυτό που ήταν ξενιτιά. Και αυτός που δεν έφυγε ποτέ από την πατρίδα, νιώθει νοσταλγία για μια χώρα που υπήρξε όπως τη φαντάζεται. Η ανοικειότητα και η νοσταλγία είναι πάντα εκεί.

 Όπως λέει και ο Νοβάλις, η νοσταλγία είναι «μια παρόρμηση να νιώθεις παντού οικεία» και δείχνει τον τρόπο με τον οποίο όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο, επιθυμώντας να νιώσουμε το κάθε μέρος ως οικείο. Σκεφτείτε το όχι μόνο υπαρξιακά, αλλά και επιστημονικά: Η πραγματικότητα σύμφωνα με την κβαντική φυσική, καθιστά τον κόσμο ολόκληρο εξαιρετικά ανοίκειο για όλους τους ανθρώπους. Θα ήταν, φρονώ, πιο αληθές και επομένως ασφαλές, αν δεν ξεχνούσαμε το όραμα του Λουκιανού για την τέλεια πόλη, αν το κρατούσαμε ως μόνιμο σημείο αναφοράς. Μια πόλη όπου «είμαστε όλοι οι πολίτες μετανάστες και ξένοι και κανείς ιθαγενής», όπου άπαντες είναι δεκτοί».

Μεταναστευτικό, εθνική σκέψη και αδιέξοδα

Αναπτύσσοντας το θέμα «Εθνική σκέψη και μεταναστευτικό – αντιθέσεις και αδιέξοδα», ο κοινωνιολόγος Νίκος Περιστιάνης μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία «είναι ένα ιδιότυπο εθνικό κράτος με σημαντικές, ιδιαίτερες αντιθέσεις και αδιέξοδα, αφού στη θεωρία το Σύνταγμα της είναι δικοινοτικό, ενώ στην πράξη είναι μονο-κοινοτικό και μονο-εθνικό. Στη θεωρία περιλαμβάνει όλη την εδαφική έκταση του νησιού, με εξωτερικά σύνορα τη θάλασσα, ενώ στην πράξη δεν περιλαμβάνει το 37% των υπό κατοχή εδαφών της. Επίσης τα σύνορα της δεν είναι σαφή (π. χ. Νεκρή Ζώνη, εξάρτηση από τη βοήθεια της ΟΥΝΦΙΚΥΠ). Στη θεωρία η κυβέρνηση ασκεί νομιμοποιημένη βία/έλεγχο σε όλο τον λαό και στην εδαφική έκταση, ενώ στην πράξη δεν περιλαμβάνονται τα κατεχόμενα εδάφη και δεν ελέγχονται οι βόρειες ακτές-σύνορα, ούτε η εσωτερική γραμμή κατάπαυσης του πυρός (Πράσινη Γραμμή)». Πρόσθεσε ότι «η λειτουργία της ΚΔ βασίζεται στο «δίκαιο της ανάγκης», που είναι «μια κατάσταση εξαίρεσης» που διαρκεί σχεδόν 60 χρόνια!». 

Ο κ. Περιστιάνης άσκησε κριτική στη «σκληρή πολιτική έναντι των αιτητών ασύλου» που υιοθέτησε ιδιαίτερα ο νυν υπουργός Εσωτερικών Νίκος Νουρής.  «Παρά τις σημαντικές διοικητικές βελτιώσεις (π. χ. μείωση χρόνου εξέτασης των αιτήσεων ασύλου, τερματισμός φαινομένων εικονικών γάμων), υπάρχουν πολύωρες καθυστερήσεις στην αποβίβαση αφίξεων δια θαλάσσης, για να σταλεί το μήνυμα στους ξένους πως θα είναι δύσκολη η κάθοδος τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι ξένοι αποκαλούνται «νέα απειλή για ΚΔ» και «ένας Αττίλας χειρότερος και πιο επικίνδυνος», γίνεται αναφορά σε «συστηματική διοχέτευση παράτυπων μεταναστών» προς τις ελεύθερες περιοχές μέσω της Πράσινης Γραμμής και σε   «εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από την Τουρκία με σκοπό τη δημογραφική αλλοίωση και αλλοτρίωση της ΚΔ, δηλαδή μια υβριδική απειλή σε βάρος τόσο της Κύπρου όσο και της ΕΕ. Υπάρχει στον δημόσιο λόγο του υπουργού, μια συνεχής συσχέτιση με την Τουρκία και τον εποικισμό, σύνδεση με την εισβολή και τον εκτοπισμό – «Τρίτος Αττίλας». Τι εξυπηρετούν αυτά, πέρα από την υποδαύλιση των παθών και του μίσους;».