Γ΄ΜΕΡΟΣ
«Υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για να εκδικαζόταν η υπόθεση, αλλά όταν ο θύτης είναι το ίδιο το κράτος ή έστω κάποια στελέχη του, πώς θα εφαρμοζόταν η νόμιμη διαδικασία εξιχνίασης και καταδίκης των δολοφονών;». Αυτό επισημαίνει σε δηλώσεις στον «Φ» ο κ. Γιώργος Χρυσοστόμου, εκπρόσωπος των οικογενειών των δύο δολοφονηθέντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Νεοκλή Παναγιώτου και Ευριπίδη Νούρου, στις 16/08/1961. Κληθείς να εξηγήσει γιατί οι δύο οικογένειες διεκδικούν σήμερα, 61 χρόνια μετά το στυγερό έγκλημα, ηθική δικαίωση από την Κυπριακή Δημοκρατία, ο κ. Χρυσοστόμου τονίζει ότι «αν ένα κράτος αδυνατεί να θεραπεύσει παθογένειες και λάθη του παρελθόντος, ιδίως πολιτικά εγκλήματα τα οποία οδήγησαν σε εθνικό διχασμό, πώς θα ξεφύγει από τον εγκλωβισμό του στο σκοτάδι και στην παραχάραξη της Ιστορίας ώστε να κοιτάξει με καθαρό φακό το μέλλον του;».
Όπως δημοσίευσε ο «Φ» το περασμένο Σάββατο, οι οικογένειες των δολοφονηθέντων Νεοκλή Παναγιώτου και Ευριπίδη Νούρου, ζητούν (με επιστολή του δικηγόρου τους Αχιλλέα Αιμιλιανίδη) από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Πολιτεία ηθική δικαίωση και αποκατάσταση της μνήμης των δύο αγωνιστών της ΕΟΚΑ, στη βάση μαρτυριών και στοιχείων που αποδεικνύουν την εμπλοκή στελεχών της τότε κυβέρνησης και υπηρεσιών του κράτους στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση των συγγενών τους.
Εύλογο το ερώτημα προς τον κ. Χρυσοστόμου γιατί αποφάσισαν σήμερα μετά από 60 χρόνια να διεκδικήσουν την ηθική δικαίωση των δολοφονηθέντων αγωνιστών. «Το ερώτημά σας παραπέμπει στην εποχή που έγιναν οι δολοφονίες. Από πληροφορίες αγωνιστών της εποχής, εκείνοι οι οποίοι σχεδίασαν και διέπραξαν αυτό το απεχθές έγκλημα, είχαν συντάξει ένα μακρύ κατάλογο αγωνιστών οι οποίοι θα δολοφονούντο. Ο Νεοκλής και ο Ευριπίδης ήταν η απαρχή μιας μακράς σειράς δολοφονιών. Είχε επικρατήσει ένα καθεστώς τρομοκρατίας, το οποίο εκβίαζε, δολοφονούσε, απειλούσε. Όλοι γνώριζαν ή υποψιάζονταν ποιοι ήταν οι δολοφόνοι. Ουδείς τολμούσε να μιλήσει, όμως, διότι τις πλείστες φορές απειλούσαν τους αγωνιστές ότι θα ήσαν οι επόμενοι στόχοι», απαντάει.
Ο κ. Χρυσοστόμου εξηγεί το κλίμα το οποίο επικρατούσε σε εκείνη την σκοτεινή για την Ιστορία της Κύπρου περίοδο: «Ο πολιτικός και κοινωνικός εκφοβισμός που επικρατούσε ενάντια στις δυο οικογένειες αλλά και στους αγωνιστές που τις στήριζαν, δεν επέτρεπε οποιαδήποτε προσπάθεια εξιχνίασης του εγκλήματος. Όταν έπεσαν στα χέρια των οικογενειών οι δύο επιστολές του αξιωματικού της ΚΥΠ Γ. Λαγοδόντη, όσες προσπάθειες και αν έγιναν, σκόνταφταν στην αναλγησία του κράτους και στη δική του ενοχή».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Ζωντανεύει η δολοφονία των αγωνιστών Παναγιώτου και Νούρου (Μέρος Α’)
- «Άπαντες πλην εμού συνεφώνησαν να εκτελεσθούν»
«Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα, δέκα ολόκληρους μήνες μετά την επιστολή μας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν πήραμε την παραμικρή απάντηση. Είναι καθήκον εμάς των νεότερων να κάνουμε όλα όσα χρειάζονται για τη ηθική δικαίωση των δυο αγωνιστών αλλά και των αδελφών τους, που εγκαταλείπουν σταδιακά τη ζωή με πικρία», προσθέτει.
Αναφορικά με τα κίνητρα της στυγερής δολοφονίας, ο κ. Χρυσοστόμου απαντάει χωρίς περιστροφές ότι ήσαν πολιτικά. Εστιάζει στην πίστη και στην επιμονή των δύο δολοφονηθέντων αλλά και άλλων αγωνιστών της ΕΟΚΑ στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, εξ ου και συμμετείχαν σε αντιζυριχικά κινήματα.
Υποβάλαμε στον κ. Χρυσοστόμου τον προβληματισμό κατά πόσο η αναμόχλευση των παθών μιας σκοτεινής περιόδου της Ιστορίας της Κύπρου ενέχει κινδύνους. «Αν ένα κράτος αδυνατεί να θεραπεύσει παθογένειες και λάθη του παρελθόντος, ιδίως πολιτικά εγκλήματα τα οποία οδήγησαν σε εθνικό διχασμό, πώς θα ξεφύγει από τον εγκλωβισμό του στο σκοτάδι και στην παραχάραξη της Ιστορίας ώστε να κοιτάξει με καθαρό φακό το μέλλον του;», απαντάει.
«Είναι υποχρέωση ενός ευρωπαϊκού κράτους να σέβεται τις θυσίες των αγωνιστών του και να αναγνωρίζει τις δικές του ευθύνες και τα δικά του λάθη, ώστε να δύναται να αντικρίσει τον καθένα από εμάς με αξιοπιστία και αξιοπρέπεια. Δυστυχώς, το κράτος συνεχίζει να ακολουθεί πρακτικές του παρελθόντος, αν και θέλει να λέγεται ευρωπαϊκό. Η Γερμανία, η Γαλλία και αλλά κράτη ξέρουν να ζητούν συγνώμη για διάφορα εγκλήματα. Αυτό πρέπει να μάθει να πράττει και η Κύπρος», προσθέτει.
Εύλογη και η επόμενη ερώτηση προς τον εκπρόσωπο των οικογενειών Παναγιώτου και Νούρου, τι θα πράξουν αν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ανταποκριθεί στο αίτημά τους. «Θα διεκδικήσουμε το δίκαιο των δυο αγωνιστών με όλα τα μέσα που μας παρέχει το κυπριακό Σύνταγμα και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Ευελπιστούμε, όμως, ότι ο Πρόεδρος θα υψώσει το ανάστημά του ως πολιτικός ηγέτης και θα πράξει αυτό που δεν έπραξαν οι προκάτοχοι του», καταλήγει ο κ. Χρυσοστόμου.
Πολιτικό το έγκλημα, απαιτεί πολιτική δικαίωση
Το ζήτημα δεν είναι νομικό, με την έννοια της προσαγωγής των ενόχων στη δικαιοσύνη. Αφορά πολιτικό έγκλημα και ως εκ τούτου, η οικογένεια των δολοφονηθέντων αγωνιστών διεκδικεί πολιτικής φύσης δικαίωση, ξεκαθαρίζει στον “Φ” ο δικηγόρος των οικογενειών Αχιλλέας Αιμιλιανίδης.
Από ηθικής σκοπιάς το αίτημα των οικογενειών κρίνεται δίκαιο. Από νομικής πλευράς, όμως, δύναται μια Κυβέρνηση να αναγνωρίσει μια δολοφονία ως πολιτικό έγκλημα μετά από 61 χρόνια;
Η, μετά από πολλές δεκαετίες, ηθική δικαίωση και αποκατάσταση δολοφονηθέντων για πολιτικούς λόγους είναι πράξη που συνηθίζεται διεθνώς στις κατάλληλες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικά σας παραπέμπω στην πρόσφατη αναγνώριση τον Μάρτιο του 2021 από τον Πρόεδρο Μακρόν «εξ ονόματος της Γαλλίας» της δολοφονίας του Αλγερινού Αλί Μπουμεντζέλ από τον γαλλικό στρατό το 1957. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε ότι συνέβαλλε στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και όπως τονίστηκε από τον Γάλλο Πρόεδρο κανένα πολιτικό έγκλημα δεν μπορεί να συγχωρεθεί ούτε να αποσιωπηθεί. Στην Ελλάδα είχαμε, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση των εκτελεσθέντων στη «δίκη των έξι». Το ζήτημα εδώ δεν είναι νομικό, με την έννοια της προσαγωγής των ενόχων στη δικαιοσύνη. Αφορά σε πολιτικό έγκλημα το οποίο είχε ως θύματα δύο αγωνιστές και που λόγω των πολιτικών παθών τα οποία επικρατούσαν τότε δεν εξιχνιάστηκε. Η αποκατάσταση συνιστά επομένως δίκαιη πράξη.
Στην επιστολή σας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας επικαλείστε την άκρως εμπιστευτική επιστολή Λαγοδόντη προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Μπορεί, όμως, μια και μόνο μαρτυρία να θεωρηθεί αρκετή; Ιδίως όταν ο συγκεκριμένος μάρτυρας θεωρείται αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας;
Υπήρξαν εν προκειμένω πολλές σύγχρονες μαρτυρίες και καταγγελίες, τόσο γραπτές όσο και προφορικές. Η επιστολή Λαγοδόντη είναι όμως ιδιαίτερα σημαντική καθότι παραθέτει λεπτομέρειες υπό την ιδιότητά του ως λειτουργός της πολιτείας που συμμετείχε στις διάφορες συσκέψεις και είχε σε τελική ανάλυση ευθύνη του συγκεκριμένου τομέα. Σημειώνω ότι η επιστολή έχει δημοσιευθεί στην ολότητά της εδώ και χρόνια και δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Ανεξαρτήτως του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα του ίδιου του Λαγοδόντη, ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αμφισβήτησης του περιεχομένου της επιστολής η οποία συνάδει και προς τις άλλες μαρτυρίες και την ιστορική έρευνα. Μάλιστα, αφορά σε θέμα για το οποίο ο Λαγοδόντης δεν είχε κάποιο συμφέρον ο ίδιος.
Στην επιστολή σας αναφέρετε επίσης, ότι η οικογένεια δεν έχει ως κίνητρο τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Ποια ασφαλιστική δικλείδα υπάρχει για την Κυπριακή Δημοκρατία;
Η θέση της οικογένειας είναι απολύτως σαφής και με έχουν εξουσιοδοτήσει να αναφέρω στην επιστολή μου, ότι δεν προτίθενται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Εν προκειμένω, αυτό που επιζητείται είναι καθαρά ηθικής φύσης αποκατάσταση και όχι οποιαδήποτε ενέργεια που να έχει έννομες συνέπειες όπως η διεκδίκηση αποζημιώσεων. Συνεπώς, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Η οικογένεια διεκδικεί αυστηρά ηθική δικαίωση και όχι οικονομική.
Αν δεν υπάρξει ανταπόκριση από την Κυπριακή Δημοκρατία, θα λάβετε νομικά μέτρα;
Με δεδομένο ότι η οικογένεια στην παρούσα φάση διεκδικεί ηθικής φύσης δικαίωση και πολιτικής φύσης αναγνώριση, επικεντρωνόμαστε στο σημείο αυτό. Δεν αποκλείεται προφανώς η λήψη νομικών μέτρων, αλλά στο παρόν στάδιο το πρώτιστο μέλημα είναι άλλο. Η οικογένεια των δολοφονηθέντων δεν επιδιώκει την αντιπαράθεση, αλλά τη δικαίωση.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Καιρός να αρχίσουν να κλείνουν οι πληγές
Η υπόθεση της δολοφονίας των αγωνιστών Νεοκλή Παναγιώτου και Ευριπίδη Νούρου συνέβη σε μια άκρως σκοτεινή περίοδο της κυπριακής Ιστορίας. Φέραμε στο φως από το περασμένο Σάββατο τον αγώνα των δύο οικογενειών για ηθική δικαίωση μετά από 61 χρόνια. Στόχος σαφώς και δεν είναι η αναμόχλευση των παθών. Αντιθέτως, κρίναμε ως πολύ προσεκτικό το αίτημα. Η εμπλοκή ενός σεβαστού δικηγόρου όπως ο Αχ. Αιμιλιανίδης, διασφαλίζει και τη σοβαρή διαχείριση. Είναι θέση μας, ότι η Πολιτεία οφείλει να τολμήσει την αναγνώριση λαθών. Έτσι θα αρχίσει να διαγράφει πληγές, ένθεν και ένθεν, εκείνης της περιόδου του διχασμού. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προχωρήσει σε ένα φωτεινό μέλλον. Κάποιος πρέπει να τολμήσει… Ορθώς ο εθνικός ποιητής επισημαίνει: Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά.