Πρωτοφανής απόφαση για τα δικαστικά χρονικά της Κύπρου όχι μόνο από νομικής πλευράς, αλλά και λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών σε σχέση με την επίδικη υπόθεση. Πέντε πρόσωπα που είχαν συλληφθεί στο νησί μας και κρατούνταν για περίπου 20 μήνες στο πλαίσιο αιτήματος των αμερικανικών Αρχών για έκδοσή τους στις ΗΠΑ, έμειναν ελεύθερα με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την περασμένη Πέμπτη.
Ο δικαστής Χάρης Μαλαχτός (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία), με ετυμηγορία του έκτασης 38 σελίδων, ανέτρεψε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (26/10/2022) για έκδοση των πέντε αυτών προσώπων στις ΗΠΑ.
Ο δικαστής του Ανωτάτου εξετάζοντας τα νομικά επιχειρήματα του δικηγόρου των προαναφερθέντων, Ηρακλή Κυριακίδη (Ηρακλής Ν. Κυριακίδης ΔΕΠΕ), ενέκρινε το αίτημά τους για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus με την οποία να κηρύσσεται παράνομη η κράτησή τους. Έτσι, αντί να οδηγηθούν πάλι στη φυλακή μέχρι την έκδοσή τους στις ΗΠΑ, αφέθηκαν άμεσα ελεύθεροι.
Όπως συνάγεται από την απόφαση του κ. Μαλαχτού, αποδέχθηκε το βασικό νομικό επιχείρημα των αιτητών καταλήγοντας πως δεν ήταν επαρκές το μαρτυρικό υλικό στη βάση του οποίου οι Αρχές των ΗΠΑ ζητούσαν την έκδοσή τους.
Να σημειωθεί πως τα πέντε πρόσωπα είχαν συλληφθεί κατόπιν συντονισμένης επιχείρησης του ΤΑΕ Αρχηγείου στις 20/5/2021. Οι συλληφθέντες κατηγορούνται από τις διωκτικές Αρχές των ΗΠΑ για συμμετοχή σε κύκλωμα, που είχε ως αποτέλεσμα την υπεξαίρεση 6 εκατομμυρίων ευρώ από επίδοξους επενδυτές. Στο κάδρο της υπόθεσης βρέθηκε και το όνομα του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Τζορτζ Σόρος. Κι αυτό γιατί το κύκλωμα φερόταν ψευδώς να χρησιμοποιεί ονομασία επιχειρηματικών οντοτήτων που ανήκουν στον γνωστό πολυεκατομμυριούχο, για να προσελκύσει υποψήφιους επενδυτές-θύματα.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Στο κελί 34χρονος για παιδική πορνογραφία – Πώς έφθασαν στα ίχνη του
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το νομικό κομμάτι, ο δικηγόρος των προαναφερθέντων, Ηρακλής Κυριακίδης, ανάμεσά στους οποίους και δυο Ελληνοκύπριοι, ήγειρε τα ακόλουθα έξι ζητήματα στο πλαίσιο του αιτήματος του για ανατροπή της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου:
>> Δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία δυνάμενη να οδηγήσει σε έκδοση του αιτητή.
>> Εσφαλμένα αποδέχθηκε την δέουσα έκδοση/ εκτέλεση των Εξουσιοδοτήσεων προς έναρξιν της διαδικασίας έκδοσης, ενώ αυτή είχε αμφισβητηθεί, στην απουσία της απαραίτητης μαρτυρίας προς τούτου.
>> Απεδέχθη και έλαβε υπόψη μαρτυρία την οποία όφειλε να αποκλείσει με βάση το εγχώριο δίκαιο.
>> Προέβη σε ευρήματα τα οποία δεν υποστηρίζονταν από την ενώπιόν του μαρτυρία (ακόμα και από εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας που εσφαλμένα ελήφθηκαν υπόψιν).
>> Απέκλεισε πλημμελώς μαρτυρία που προσήχθη από τους εκζητούμενους.
>> Η έκδοση του αιτητή θα αποτελεί, λαμβανομένων υπ’ όψιν απασών των περιστάσεων, άδικον και καταπιεστικόν μέτρον.
Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας τους εγειρόμενους λόγους από πλευράς αιτητών για έκδοση Habeas Corpus, κάνει εκτενή αναφορά στο μαρτυρικό υλικό που απέστειλαν οι Αρχές των ΗΠΑ και δη στους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που επικαλούνται, κρίνοντας ότι τα στοιχεία δεν είναι τέτοια ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των πέντε.
Σημειώνει, χαρακτηριστικά, στην απόφασή του «(…)απαιτείται όπως, στην έκθεση γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση, υπάρχει “περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφεται πραγματική και γραπτή μαρτυρία”. Εν προκειμένω, δεν ήταν αρκετό να περιγράφεται η αποδιδόμενη εμπλοκή των Αιτητών και να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι αναφερόμενοι λογαριασμοί ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους ανήκαν ή ότι αυτοί τους χειρίζονταν ή ότι αυτοί πληρώθηκαν ή ότι αυτοί ή διατηρούν ή χειρίζονται κάποιους από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που περιγράφονται. (…).
Και η επιφύλαξη του άρθρου ότι “Για το σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων”, επιβεβαιώνει ότι είναι απαραίτητο να γίνεται τουλάχιστον αναφορά στη μαρτυρία που τεκμηριώνει “εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε”. Η μαρτυρία που διασυνδέει τους Αιτητές με τους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που θα φανέρωνε εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι τα αδικήματα που αποκαλύπτονταν με τους λογαριασμούς διαπράχθηκαν από τους Αιτητές, αν υπάρχει, δεν παρουσιάστηκε, δεν περιγράφηκε, ούτε καν αναφέρθηκε ότι υπάρχει τέτοια».
Και καταλήγει: «Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν ανεπαρκές και, εξ αντικειμένου, δεν παρείχε τη δυνατότητα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ώστε να ικανοποιηθεί ότι υπήρχαν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι τα αδικήματα που αποκαλύπτονταν είχαν διαπραχθεί από οποιονδήποτε από τους Αιτητές».
Η Δημοκρατία έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.
Δύο Ελληνοκύπριοι και η σύζυγος του ενός

Για την υπόθεση που έχει απασχολήσει διεθνώς, καταζητούνται συνολικά 10 πρόσωπα. Ανάμεσά τους οι πέντε που συνελήφθησαν στην Κύπρο και αφέθηκαν ελεύθεροι με την απόφαση της περασμένης Πέμπτης.
Σ’ αυτούς τους πέντε συμπεριλαμβάνονται δύο αδέρφια, Ελληνοκυπριακής καταγωγής (έχουν και αγγλικό διαβατήριο), 64 και 60 χρονών, αντίστοιχα, καθώς και η 41χρονη σύζυγος του πρώτου, υπήκοος Ιρλανδίας. Τα άλλα δύο πρόσωπα είναι 52χρονος και 26χρονος, αμφότεροι κάτοχοι διαβατηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι τέσσερις εκ των πέντε, ήταν υπό κράτηση από τις 20/05/2021 μέχρι και την έκδοση της απόφασης της περασμένης Πέμπτης. Η 41χρονη είχε τεθεί υπό κράτηση μετά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (26/10/2022).
Σύμφωνα με δελτίο Τύπου του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στις 26/10/2021, σε βάρος των 10 προσώπων έχει καταχωριστεί υπόθεση σε δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης.
Αντιμετωπίζουν κατηγορίες για αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2015 και 2021 και αφορούν (1) συνωμοσία προς διάπραξη διαδικτυακής απάτης, (2) νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και (3) χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση στοιχείων προσώπου για παράνομο σκοπό.
Βάσει των όσων τους καταλογίζουν οι αμερικανικές Αρχές, συμμετείχαν σε ένα εξελιγμένο σύστημα επενδυτικής απάτης με σκοπό να εξαπατήσουν αγγλόφωνους επενδυτές απ’ όλο τον κόσμο, να νομιμοποιήσουν τα έσοδα της απάτης και να τα διανέμουν μεταξύ τους. Οικειοποιήθηκαν συνολικό ποσό έξι εκατομμυρίων ευρώ. Φέρονταν να παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι επιτυχημένων εταιρειών χρηματοοικονομικών επενδύσεων και να προέβαιναν σε πλαστοπροσωπία πραγματικών εταιρειών χρηματοοικονομικών επενδύσεων, να δημιουργούσαν πλαστούς ιστότοπους και ηλεκτρονικές διευθύνσεις, καθώς και να δημοσιοποιούν δόλια ειδησεογραφικά άρθρα. Με αυτές τις τακτικές και μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και e-mails που γίνονταν από την Κύπρο, την Ισπανία, τη Ρουμανία και την Καμπότζη, οι συνωμότες έπειθαν τα θύματα να μεταφέρουν χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς υπό τον έλεγχό τους, με τα θύματα να θεωρούν ότι προχώρησαν σε επενδύσεις σε διάφορες εταιρείες.
Οι πέντε ύποπτοι που είχαν συλληφθεί στην Κύπρο φέρονται να ήταν μέλη του κυκλώματος και να λάμβαναν ποσοστά επί των παράνομων κερδών. Οι Αμερικανοί πιστεύουν ακόμη ότι κατά το 2019 υποδύθηκαν στελέχη εταιρείας του ιδιωτικού επενδυτικού ταμείου της Νέας Υόρκης που ανήκει στον πασίγνωστο δισεκατομμυριούχο Τζορτζ Σόρος. Οι συμμετέχοντες στο κύκλωμα, φέρονταν να χρησιμοποιούσαν τράπεζα των κατεχομένων.
Σύμφωνα και με δημοσίευμα της βρετανικής Mirror, αλλά και με δικόγραφα δικαστηρίου της Νέας Υόρκης, ένας εκ των 10 που συμμετείχαν στο κύκλωμα είναι ο 35χρονος Σκοτ Νέιλσον, πρώην ποδοσφαιριστής της Γκρίμσμπι, της Λούτον και της Μπράντφορντ.
Η ουσία
Η υπόθεση παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω των λεπτομερειών που την περιβάλλουν. Πέραν τούτου, όμως, έχει και ουσιαστικό αντίκρισμα σε ό,τι αφορά το καθεστώς έκδοσης εκζητούμενων/ καταζητούμενων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρούσα είναι η πρώτη φορά που εκδίδεται ένταλμα Habeas Corpus για σχετικό αίτημα από τις διωκτικές Αρχές των ΗΠΑ. Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, βάσει της σχετικής απόφασής του, στέλνει το μήνυμα ότι δεν μπορεί να εκδίδεται με συνοπτικές διαδικασίες όποιος εκζητείται από τις αμερικανικές Αρχές. Σύμφωνα πάντα με την ετυμηγορία του Χάρη Μαλαχτού, τα εν λόγω αιτήματα θα πρέπει να συνοδεύονται από τα ανάλογα στοιχεία ώστε να αιτιολογείται επαρκώς η διασύνδεση του εκζητούμενου με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.