Τη δημιουργία νέων λιμενικών και χερσαίων εγκαταστάσεων για εξυπηρέτηση των υδατοκαλλιεργητών στην περιοχή Μονής – Βασιλικού προγραμματίζει το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών (ΤΑΘΕ), ενώ τη μελέτη για κατασκευή του έργου συντονίζει το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Το προτεινόμενο λιμάνι χωροθετείται εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας Πεντάκωμου, σε απόσταση περίπου 3,6χλμ νότια της κοινότητας. Προς το σκοπό αυτό ετοιμάστηκε σχετική Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από την Κοινοπραξία «Dion. Toumazis & Associates L.L.C. και Ρογκάν & Συνεργάτες Α.Ε.». Εκτιμάται ότι η όλη υποδομή θα κοστίσει γύρω στα €35 εκατ. 

Η μελέτη έχει ως κύριο στόχο την κατασκευή λιμανιού που να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα έργα, υποδομές και ηλεκτρομηχανολογικά συστήματα για την εξυπηρέτηση των υδατοκαλλιεργητών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο οποίος θα εξασφαλίζει την ομαλή και ασφαλή λειτουργία όλων των απαραίτητων εργασιών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους πλήρως ενταγμένα στο φυσικό περιβάλλον.

Το λιμάνι θα εξυπηρετεί τις ανάγκες των υδατοκαλλιεργητών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή Βασιλικού και θα περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες, υποδομές, παροχές και εξοπλισμούς ώστε να διασφαλίζεται η ορθολογιστική λειτουργία του λιμένα με την ταυτόχρονη ορθή και ασφαλή εξυπηρέτηση των υδατοκαλλιεργητών, των δημόσιων λειτουργών και των άλλων χρηστών που θα δραστηριοποιούνται ή/και θα επισκέπτονται το λιμάνι καθ’ όλη την διάρκεια του έτους.

Το λιμάνι θα έχει δυνατότητα να εξυπηρετεί/ ελλιμενίζει ταυτόχρονα τουλάχιστον 35 σκάφη που σχετίζονται με τη δραστηριότητα της υδατοκαλλιέργειας. Σύμφωνα με το ΤΑΘΕ, η υδατοκαλλιέργεια είναι αναπόσπαστο μέρος του εθνικού μας αλιευτικού τομέα και αποτελεί μια πολύ σημαντική δραστηριότητα του ευρύτερου παραγωγικού γεωργικού τομέα με εξαγωγικό προσανατολισμό, ενώ παράλληλα συνεισφέρει σημαντικά στη διασφάλιση της εθνικής επισιτιστικής ασφάλειας. Σημειώνεται ότι η συνολική αξία παραγωγής/ εμπορίας της κυπριακής υδατοκαλλιέργειας αποτελεί το τρίτο πιο σημαντικό εξαγωγικό προϊόν σε αξία από τον ευρύτερο γεωργικό τομέα της πρωτογενούς παραγωγής με ετήσιες εξαγωγές €30 εκατ. Η υδατοκαλλιέργεια αντιπροσωπεύει περίπου το 80% τόσο σε ποσότητα, όσο και σε αξία της συνολικής κυπριακής παραγωγής αλιευτικών προϊόντων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Δεν θέλουν τον EastMed στο Βασιλικό – Ζητούν εναλλακτικές

Με την υδατοκαλλιέργεια απασχολούνται πλήρως 350-400 άτομα, ενώ δημιουργεί άλλες εκατοντάδες θέσεις εργασίας σε παρεμφερή επαγγέλματα. 

Στην Κύπρο η υδατοκαλλιέργεια παρουσιάζει ανάπτυξη της τάξης του 5-6% ετησίως και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το ΤΑΘΕ, πρέπει να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των μονάδων υδατοκαλλιέργειας και να διατηρηθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και προοπτική ανάπτυξης του σημαντικού αυτού τομέα και παράλληλα να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα του κλάδου.

Στην ευρύτερη περιοχή Βασιλικού – Μονής, βρίσκονται εγκατεστημένες επτά από τις συνολικά εννιά αδειοδοτημένες μονάδες υδατοκαλλιέργειας που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Οι μονάδες αυτές αντιπροσωπεύουν το 70%-75% της συνολικής εθνικής παραγωγής προϊόντων υδατοκαλλιέργειας και το 50% της συνολικής εθνικής αλιευτικής παραγωγής. 

Μέσα από επισκόπηση της περιοχής καταγράφηκαν εκτάσεις θαλάσσιας βλάστησης με Posidonia oceanica, θαλάσσιες σπηλιές και ύφαλοι. Σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας, παρατηρείται περιορισμένη φωλεοποίηση στην Ακτή του Κυβερνήτη και πως το έργο δεν αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις θαλάσσιες χελώνες, αλλά ούτε και τη δραστηριότητα φωλεοποίησης και ωοτοκίας τους στην ευρύτερη περιοχή, αλλά ούτε και τις μεσογειακές φώκιες που κατά περιόδους χρησιμοποιούν τα σπήλαια. 

Οι μονάδες υδατοκαλλιέργειας στην περιοχή αυτή πριν από αρκετά χρόνια χρησιμοποιούσαν τις λιμενικές εγκαταστάσεις του λιμανιού Βασιλικού και του λιμανιού Αρχιρόδον για τις ανάγκες ελλιμενισμού των σκαφών τους και των παρεμφερών δραστηριοτήτων τους που απαιτούν λιμενική υποδομή, ενώ για την επισκευή και συντήρηση των ιχθυοκλωβών χρησιμοποιούσαν τον χερσαίο χώρο της επίχωσης των πρώην χημικών βιομηχανιών. Στη συνέχεια –και ενόψει των εξελίξεων και των προγραμματισμένων ενεργειακών και μη αναπτύξεων στην περιοχή Βασιλικού– οι μονάδες υδατοκαλλιέργειας αναγκάστηκαν να χρησιμοποιούν μόνο το λιμανάκι Αρχιρόδον και το αλιευτικό καταφύγιο Ζυγίου που δεν είναι κατάλληλα διαμορφωμένα και ούτε εξοπλισμένα για να καλύψουν τις πραγματικές τους ανάγκες. 

Σύμφωνα με τους μελετητές του έργου το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι μονάδες είναι η μη ύπαρξη/ διαθεσιμότητα των αναγκαίων και απαραίτητων λιμενικών και χερσαίων χώρων που να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες τους.

Λόγω της δημιουργίας του ενεργειακού κέντρου και των άλλων σχετικών εγκαταστάσεων και αναπτύξεων που προγραμματίζονται στην περιοχή, οι υδατοκαλλιεργητές δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το λιμανάκι Αρχιρόδον, αλλά ούτε και το λιμάνι του Τσιμεντοποιίου Βασιλικού. Επίσης, η χρήση του αλιευτικού καταφυγίου στο Ζύγι, η οποία φαντάζει ως η επόμενη λύση, δεν είναι εφικτή όχι μόνο λόγω της μεγάλης απόστασης του καταφυγίου από τις μονάδες υδατοκαλλιέργειας, αλλά κυρίως λόγω του ότι το καταφύγιο αυτό δεν διαθέτει τις κατάλληλες λιμενικές και χερσαίες υποδομές που απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία των ιχθυοτροφείων, ενώ παράλληλα, δημιουργούνται σημαντικά θέματα ασφάλειας και λειτουργικότητας σε σχέση με τη διέλευση των σκαφών εξυπηρέτησης μέσω της περιοχής του ενεργειακού κέντρου. 

Σύμφωνα με τους μελετητές, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η δημιουργία νέων χώρων υποδομής (λιμενικών και χερσαίων) είναι επιτακτική ανάγκη για τη μελλοντική βιωσιμότητα και ορθολογική λειτουργία των μονάδων υδατοκαλλιέργειας της περιοχής Βασιλικού. Η ανάγκη αυτή είχε επισημανθεί τόσο κατά την εκ των προτέρων αξιολόγηση του Επιχειρησιακού Προγράμματός Αλιείας 2007 -2014, ενώ επίσης έχει προταθεί και στα πλαίσια του ρυθμιστικού σχεδίου Βασιλικού.

Τονίζεται ότι η χρήση της προτεινόμενης ανάπτυξης είναι αποκλειστικά για τις εταιρείες ιχθυοκαλλιεργειών. Δεν επιτρέπεται η χρήση του λιμένα από αλιευτικά σκάφη, ούτε από σκάφη αναψυχής κ.λπ. Νοείται ότι σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης το λιμάνι θα παρέχει ελλιμενισμό σε σκάφη που κινδυνεύουν.

Διαμαρτύρεται η κοινότητα Πεντακώμου

Στη δημόσια διαβούλευση για το έργο που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Αύγουστο, ο κοινοτάρχης Πεντακώμου, Χαράλαμπος Χαραλάμπους, αναφέρθηκε στην ένσταση της κοινότητας στο εν λόγω έργο, εξηγώντας ότι αυτό που τους απασχολεί είναι κατά πόσο θα επηρεαστεί η τουριστική περιοχή της Ακτής Κυβερνήτη και η ανάπτυξη της υπόλοιπης ευρύτερης περιοχής. Εξέφρασε την έντονη ανησυχία του κατά πόσο αυτή η περιοχή θα βιομηχανοποιηθεί μέχρι τον Άγιο Γεώργιο Αλαμάνου. 

Ο υπεύθυνος συντονιστής της σύμβασης από το Τμήμα Δημοσίων Έργων, Στέλιος Ζερβός, ανέφερε πως με βάση το μοντέλο δεν θα επηρεαστούν τα νερά της περιοχής και πως η ανάπτυξη της γειτονικής περιοχής είναι θέμα Πολεοδομίας. Έφερε ως παράδειγμα το λιμάνι στο Ζύγι και την έντονη ανάπτυξη που έχει παρατηρηθεί στις γειτονικές περιοχές. Από την πλευρά της, η διευθύντρια του ΤΑΘΕ, Μαρίνα Αργυρού, επισήμανε με τη σειρά της πως το έργο δεν επηρεάζει τις γειτονικές παραλίες και έφερε ως παράδειγμα εκτός από το λιμάνι στο Ζύγι και το λιμάνι Λεμεσού, όπου παρακείμενα τους υπάρχους μεγάλες τουριστικές αναπτύξεις. 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Το τρίτο πιο σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν

Η υδατοκαλλιέργεια συνεισφέρει στην οικονομία του τόπου και παρέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα στους καταναλωτές να τρώνε φθηνό ψάρι, κυρίως τσιπούρα και λαβράκι. Επομένως, είναι επιτακτική ανάγκη να δοθούν στα άτομα που ασχολούνται με τον κλάδο αυτό, όλες οι υποδομές που χρειάζονται για να κάνουν εύκολα τη δουλειά τους. Αναμφίβολα, ο τομέας της υδατοκαλλιέργειας έχει μεγάλες προοπτικές για την Κύπρο. Μάλιστα, τα προϊόντα της υδατοκαλλιέργειας αποτελούν το τρίτο πιο σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν σε αξία από τον ευρύτερο γεωργικό τομέα της πρωτογενούς παραγωγής, μετά τις πατάτες και τα εσπεριδοειδή, με εξαγωγές που κυμαίνονται στα €30 εκατ. ετησίως. Από τη στιγμή που η ανάπτυξη αυτή όχι μόνο αναμένεται να διατηρηθεί, αλλά να αναπτυχθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, πολύ σωστά λαμβάνονται μέτρα που διασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία των μονάδων αυτών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά τους και τη δημιουργία προοπτικών για περαιτέρω ανάπτυξή τους.