Οι αγοραπωλησίες Τ/κ γης στις ελεύθερες περιοχές μπλέκουν σε νομικούς μπελάδες τους συμβαλλόμενους όταν δεν υπάρχουν οι απαραίτητες εγκρίσεις, εκκρεμούσης της έκρυθμης κατάστασης λόγω της τουρκικής εισβολής.

Δυο περιπτώσεις έφτασαν η μια στο Ανώτατο Δικαστήριο και η άλλη στο Εφετείο χωρίς τελική κατάληξη. Πρόκειται για πωλήσεις Τ/κ γης στη Λεμεσό και Γεροσκήπου που δεν προχώρησαν λόγω μη εξασφάλισης άδειας από τον Κηδεμόνα Τ/κ περιουσιών. Στην πρώτη περίπτωση τρία ακίνητα στη Λεμεσό ανήκαν σε τουρκοκύπρια η οποία απεβίωσε και ορίστηκε Ε/κ διαχειριστής. Τα επίδικα ακίνητα ενέπιπταν στις πρόνοιες του Νόμου 139/1991. Ο διαχειριστής συνήψε συμφωνία πώλησης των ακινήτων με Ε/κ. Ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δεν συγκατατέθηκε στην πιο πάνω πράξη πώλησης και συνεπώς η μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα του αγοραστή δεν μπορούσε να διενεργηθεί και δεν διενεργήθηκε. Ο αγοραστής, καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του διαχειριστή, με την οποία αξίωνε όπως του επιστραφεί το ποσό των €20.000, που ισχυρίστηκε ότι του είχε καταβάλει ως προκαταβολή για την αγορά των ακινήτων. Το Δικαστήριο στις 15.5.2015 εξέδωσε εν τη απουσία του «διάταγμα και ένταλμα πώλησης», ενός εκ των τριών ακινήτων της αποβιωσάσης. Εναντίον του διατάγματος αυτού καταχωρήθηκε αίτηση από τον υπουργό Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/κ περιουσιών, η οποία όμως απορρίφθηκε από το δικαστήριο, γι’ αυτό και καταχώρησε τη παρούσα έφεση.

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο που συνεδρίαζε ως Εφετείο, τα δικαιώματα των Τουρκοκύπριων ιδιοκτητών, των οποίων η ακίνητη περιουσία εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου, περιορίζονται ανάλογα. Εν προκειμένω, ήταν αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα της αποβιωσάσης ενέπιπταν στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου. Με δεδομένο ότι ουδέποτε δόθηκε η άδεια από τον Κηδεμόνα για την πώληση των ακινήτων, απεκαλύπτετο εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε σχέση με το κατά πόσο αυτά θα μπορούσαν να πωληθούν χωρίς την άδεια του, παρά την έκδοση της δικαστικής απόφασης και παρά την εγγραφή αυτής memo επί των ακινήτων της αποβιωσάσης. Το Δικαστήριο παραμέρισε τα διατάγματα πώλησης και όρισε όπως εντός 15 ημερών ο Κηδεμόνας καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για πώληση τους και παράλληλα η αίτηση να εκδικαστεί από άλλο Δικαστή.

Στην άλλη υπόθεση, η Τ/κ γη αφορούσε τεμάχιο στη Γεροσκήπου, το οποίο αγοράστηκε από δυο εταιρείες. Για την πώληση είχε δοθεί το 2010 η συγκατάθεση του Κηδεμόνα. Τελικά μετά από συστάσεις του Κτηματολογίου ότι ο Τ/κ κατείχε γη Ε/κ στα κατεχόμενα, το 2006 διέμενε στα κατεχόμενα αντί στις ελεύθερες περιοχές και πως ενώ η αρχική συμφωνία προέβλεπε αδιανέμητο μερίδιο τελικά χωρίστηκαν οικόπεδα με συγκεκριμένο εμβαδόν για κάθε εταιρεία, απέσυρε την έγκριση της αγοραπωλησίας.

Οι δυο εταιρείες καταχώρησαν προσφυγή κατά της απόφασης η οποία και απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να ασκήσουν έφεση. Το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την έφεση, βρίσκοντας ότι ο Κηδεμόνας, προτού αποσύρει τη συγκατάθεσή του για την αγορά συγκεκριμένων μεριδίων του επίδικου τεμαχίου που ανήκε στον Τ/Κ πωλητή, όφειλε να τους χορηγήσει το δικαίωμα ακρόασης αφού η προσβαλλόμενη πράξη έθιγε το έννομο τους συμφέρον. Με απλά λόγια, η ύπαρξη έννομου συμφέροντος και το δικαίωμα του διοικούμενου να ακουστεί πριν η Διοίκηση επηρεάσει αυτό του το συμφέρον με την έκδοση δυσμενούς για αυτόν απόφασης, συνιστούν τις δύο όψεις του ιδίου νομίσματος.