Βγήκαμε στην έξοδο Κοφίνου. Οι οδηγίες που πήραμε ήταν σαφείς «Στα 50 μέτρα είναι μια άλλη μικρή έξοδος. Προσοχή μην τη χάσετε». Δεν τη χάσαμε. Υπέθετα ότι το καταφύγιο θα φαινόταν από τον δρόμο και θα μας καθοδηγούσε η θέα του. Δεν φαινόταν. Προχωρούσαμε ακολουθώντας τις οδηγίες που μας δόθηκαν και τις πινακίδες. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος ήταν κατηφορικός, σαν να οδηγούμαστε σε μια κοιλάδα. Και να, φτάσαμε. Στη μέση του πουθενά, έξω από τον κόσμο, κρυμμένο κι από τον ίδιο τον Θεό.
Στην είσοδο μας υποδέχεται ένα σαπιοφαγωμένο και τσακισμένο καραβάκι. Ίσως να ήταν το καράβι της ελπίδας για κάποιους από αυτούς που βρίσκονται τώρα μέσα στο καταφύγιο καθηλωμένοι. Παντού περίφραξη και μια μισάνοικτη πόρτα ασφαλείας, στελεχωμένη με πολυάριθμο προσωπικό. Σ΄ ένα μικρό γήπεδο καλαθόσφαιρας δύο τύποι σκοτώνουν την ώρα τους. Γυναίκες πέρα δώθε με τα κουτσούβελά τους να τις τρέχουν από πίσω, άλλα πεζή και άλλα με ποδήλατα. Η παρουσία μας τους προσελκύει το ενδιαφέρον, αλλά και την περιέργεια. Η προσοχή τους επικεντρώνεται στα κιβώτια που κουβαλούμε στο σταθμό συλλογής τροφίμων. Μας ρωτούν αν έχουμε φέρει χυμούς για να τους προσφερθούν τώρα, ώστε να ικανοποιηθεί η περιέργεια, αλλά και η ανάγκη τους για αλληλεπίδραση με τον έξω κόσμο. Μια μητέρα έρχεται να ζητήσει ποδήλατο για το παιδί της. Επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια χωρίς να δίνει σημασία στις εξηγήσεις που της δίνονται από την υπεύθυνη. Μάλλον θέλει να ακούσουμε κι εμείς το αίτημά της. «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν∙ ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε· κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν.»
Σιγά σιγά οι ενήλικες αποσύρονται στα δωμάτιά τους. Μια καμαρούλα μια σταλιά όλος τους ο κόσμος, όλο τους το σπίτι, όπου θα φιλοξενηθούν 4 και 5 άτομα. Οι συνθήκες υγιεινής μόλις που (δε) φτάνουν ένα ανεκτό επίπεδο και οι τρόφιμοι του καταυλισμού στο έλεος του θεού και των εθελοντών που ακούραστα εργάζονται εδώ, για να εξασφαλίσουν για όλους και για τον καθένα ξεχωριστά μια αξιοπρεπή και ανθρώπινη διαβίωση.
Ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στους φρουρούς που βρίσκονται στην είσοδο, άλλοι πιο εξυπηρετικοί και άλλοι να υποδύονται τον κόντρα ρόλο, για να διατηρείται η ισορροπία. Οι υποσχέσεις που δόθηκαν κούφιες. Η προεκλογική δεν αφορούσε σε αυτό το κομμάτι πληθυσμού. Με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τελευταία στο καταφύγιο κάποιοι θυμήθηκαν πάλι την ύπαρξή τους και παίχτηκε ένα-δυο βράδια στις ειδήσεις το θέμα και ο προβληματισμός γύρω από αυτό. Ως εκεί.
Και διερωτώμαι: είναι αυτό ό,τι καλύτερο μπορούμε να προσφέρουμε ως ξενιστές; Είναι αυτή η πρακτική της αναμονής των αιτητών πολιτικού ασύλου η πιο αποτελεσματική και ορθόδοξη; Οι άνθρωποι αυτοί που παραμένουν καθηλωμένοι, απομονωμένοι και απενεργοποιημένοι για 6 μήνες, ένα ή δύο χρόνια ή όσο χρειαστεί θα μπορέσουν να επανενταχθούν στην κοινωνία και να αποτελέσουν ενεργό και παραγωγικό κύτταρό της; Θα μπορέσουν να έχουν ξανά μια φυσιολογική ζωή και να είναι ανεξάρτητοι;
Και συνεχίζεται ο προβληματισμός μου: θα μπορούσα να ζήσω εγώ και η οικογένειά μου κάτω από τέτοιες συνθήκες; Για πόσο; Θα ένιωθα καλά με τον εαυτό μου αν το καλύτερο που μπορούσα να προσφέρω στα παιδιά μου ήταν αυτό; Πώς βίωσαν οι τόσες χιλιάδες Κύπριοι την προσφυγιά του 1974 και σε ποιο βαθμό βοηθήθηκαν, πώς και από ποιους; Τελικά, «καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει τον βραχνά των άλλων. Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πως έγινε τούτο το φονικό, την αρπαγή, τον δόλο, την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης. Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…»
Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018
*Μέλος Δ.Σ. Κοινωνικής Δράσης Σε Νιώθω