Πέντε και πλέον χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση του ρεπορτάζ του Al Jazeera που συγκλόνισε το παγκύπριο και εξέθεσε τη χώρα διεθνώς, η αυλαία της πιο σοβαρής μέχρι σήμερα δικαστικής υπόθεσης για τα «χρυσά διαβατήρια» έπεσε την περασμένη Τρίτη στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Το Δικαστήριο, κρίνοντας από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του, αθώωσε τον πρώην πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Συλλούρη και τον πρώην βουλευτή του ΑΚΕΛ, Χριστάκη Τζιοβάνη. Πρόκειται για την τρίτη υπόθεση που χάνει πρωτοδίκως η Νομική Υπηρεσία σε σχέση με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (ΚΕΠ).

Η απόφαση του Κακουργιοδικείου, φυσιολογικά, έφερε θύελλα αντιδράσεων, κυρίως από την κοινωνία των πολιτών. Τα πλείστα πολιτικά κόμματα βρέθηκαν σε αμηχανία προτιμώντας τη σιωπή, ενώ μια μικρή μερίδα ζήτησε για άλλη μια φορά παραίτηση των επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας.

Όπως ωστόσο απορρέει από τις αναλύσεις διαφόρων νομικών, η έκβαση της υπόθεσης μόνο έκπληξη δεν προκάλεσε σε όσους παρακολουθούσαν την εξέλιξη της. Μια σειρά από γεγονότα, τα οποία εξηγήθηκαν και από τη Νομική Υπηρεσία στη δημοσιογραφική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε την επομένη της απόφασης, έδιναν εδώ και μήνες την εντύπωση πως η ενοχή των κατηγορουμένων δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί.

Αυτό που μένει σήμερα στη μεγάλη εικόνα και δικαίως προβληματίζει την κοινωνία, είναι ότι για ακόμα ένα σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων δεν τιμωρείται κανείς. Οι δε αναγνώσεις έγκριτων νομικών για ακόμα μια πολύ αρνητική απόφαση για τη Νομική Υπηρεσία οδηγούν την κοινή γνώμη προς την κατεύθυνση της πλήρους απαξίωσης του θεσμού.

Σημειώνεται πως κατά γενική ομολογία των ειδικών, η απόφαση του Κακουργιοδικείου κρίνεται ως απόλυτα ορθή και τεκμηριωμένη, με βάση τα στοιχεία που είχε προς εξέταση. Τα βέλη στρέφονται προς την Νομική Υπηρεσία, αφενός για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση και τους βασικούς μάρτυρες, και αφετέρου για το αν τελικά Συλλούρης-Τζιοβάνη οδηγήθηκαν στο δικαστήριο απλώς και μόνο προς ικανοποίηση της λαϊκής οργής.

Το χρονικό της υπόθεσης

Τον Οκτώβριο του 2020 το τηλεοπτικό δίκτυο Al Jazeera δημοσίευσε το αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας που εξέθετε τις παθογένειες του ΚΕΠ. Το οπτικοακουστικό ρεπορτάζ με τίτλο «Cyprus Papers» προκάλεσε σεισμό πολλών ρίχτερ στη χώρα, με τους πολίτες να παρακολουθούν αποσβολωμένοι στις οθόνες τους σκηνές που δείχνουν κορυφαίους αξιωματούχους του κράτους να προσφέρονται να βοηθήσουν υποτιθέμενο επενδυτή με ποινικό παρελθόν να αποκτήσει κυπριακό διαβατήριο. Μετά τον σάλο, ο τότε Πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης παραιτήθηκε από την θέση και την έδρα του. Το ίδιο έπραξε και ο τότε βουλευτής του ΑΚΕΛ Χριστάκης Τζιοβάνη.

Ύστερα από ενάμισι χρόνο ερευνών και μελέτης του μαρτυρικού υλικού, η κατηγορούσα Αρχή αποφάσισε να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Δημήτρη Συλλούρη, του Χριστάκη Τζιοβάνη, του Ανδρέα Πιττάτζη (δικηγόρου) και του Αντώνη Αντωνίου (ανώτερου στελέχους του ομίλου Τζιοβάνη), καταχωρώντας υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Περιλαμβάνονταν αρχικά πέντε κατηγορίες, που σχετίζονται με αδικήματα συνωμοσίας για καταδολίευση της Δημοκρατίας και επηρεασμό δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση του Νόμου που κυρώνει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της διαφθοράς. Η υπόθεση αφορούσε τόσο το περιεχόμενο του ρεπορτάζ του Al Jazeera όσο και κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις βάσει του πορίσματος Νικολάτου. Σεπτέμβριο του 2022 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καταχώρησε ποινική υπόθεση στο Κακουργιοδικείο εναντίον των τεσσάρων και τον Οκτώβριο ξεκίνησε η δικαστική διαδικασία.

Ένα χρόνο μετά, ο Γενικός Εισαγγελέας, έπειτα από μελέτη του αμοντάριστου υλικού 10 ωρών που εξασφαλίστηκε, ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον του Ανδρέα Πιττάτζη, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του από όλες τις κατηγορίες. Τον Μάρτιο του 2025 απαλλάχθηκε και ο Αντώνης Αντωνίου από τις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε (4 και 5), λόγω άρνησης σημαντικών μαρτύρων να καταθέσουν στο Δικαστήριο.

Συλλούρης και Τζιοβάνη πλέον αντιμετώπιζαν τρεις κατηγορίες, αφού η κατηγορούσα Αρχή υποχρεώθηκε να αποσύρει τις δύο λόγω έλλειψης μαρτυρίας. Αμφότεροι δήλωσαν ενώπιον Δικαστηρίου την αθωότητα τους, ενώ στις τελικές αγορεύσεις η κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως κηρυχθούν ένοχοι για κατάχρηση εξουσίας και παράνομη παρέμβαση σε διαδικασίες πολιτογράφησης.

Στις 17 Φεβρουραρίου 2026 το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας αθώωσε και τους δύο με απόφαση πλειοψηφίας (2-1), αφού καμία από τις τρεις κατηγορίες δεν μπορούσε να αποδειχθεί. Στην απόφαση αφήνονται αιχμές για μη προσκόμιση ουσιωδών μαρτύρων από την κατηγορούσα Αρχή, όπως για παράδειγμα τους αρμόδιους λειτουργούς από το Υπουργείο Οικονομικών.

Οι εξηγήσεις της Εισαγγελίας για την απουσία σημαντικών μαρτύρων

Το μεσημέρι της περασμένης Τετάρτης ενώ όλοι ανέμεναν διάσκεψη Τύπου με τη συμμετοχή του Γενικού Εισαγγελέα, η Νομική Υπηρεσία επέλεξε να βγάλει μπροστά μια ομάδα που απαρτίζεται από την Εισαγγελέα Πωλίνα Ευθυβούλου και δύο ανώτερους δικηγόρους της Δημοκρατίας, τον Ανδρέα Αριστείδη και τη Χρίστια Κυθραιώτου.  

Η Εισαγγελέας κ. Ευθυβούλου, ανακοίνωσε την απόφαση για έφεση λόγω εντοπισμού δικαστικών σφαλμάτων. Κατά κύριο λόγο, η Νομική Υπηρεσία επέλεξε να απαντήσει σε εύλογα ερωτήματα των πολιτών και να αντικρούσει την κριτική που ασκείται προς τον θεσμό.

Απαντώντας στην επισήμανση από το Κακουργιοδικείο για απουσία σημαντικών μαρτυριών, η κ. Ευθυβούλου εξήγησε τους λόγους που δύο πρόσωπα-κλειδιά τα οποία συμμετείχαν στις συνομιλίες του βίντεο του Al Jazeera και είχαν «ουσιωδέστατη» μαρτυρία για απόδειξη των κατηγοριών 4 και 5, τελικά δεν τις κατέθεσαν. Οι κατηγορίες 4 και 5 είχαν να κάνουν αποκλειστικά με το βίντεο, το οποίο εξηγήθηκε πως λήφθηκε παράνομα και δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο.

Ο κτηματομεσίτης Άντονι Κέι είχε δώσει στην Αστυνομία πέντε καταθέσεις και δήλωσε πρόθυμος να το πράξει και στο Δικαστήριο. Τον ακριβώς επόμενο μήνα, ο ίδιος ενημέρωσε τη Νομική Υπηρεσία ότι εγκατέλειψε την Κύπρο εσπευσμένα ένεκα ιατρικών προβλημάτων. Τον Ιανουάριο του 2025 άρχισε να διαφοροποιεί τη θέση του και πρότεινε να καταθέσει μέσω τηλεδιάσκεψης. Λίγες μέρες αργότερα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε μέσω email σε απειλές κατά της ζωής του. Τον επόμενο μήνα ανέτρεψε πλήρως τη στάση του και δήλωσε πως δεν θα προχωρούσε σε κατάθεση και πως δεν είδε να γίνεται τίποτα παράνομο από τους κατηγορούμενους.

Η δεύτερη μάρτυρας, Σάρα Γέο (τότε δημοσιογράφος του Al Jazeera), ταξίδεψε στην Κύπρο δύο φορές για κατάθεση στην Αστυνομία και είχε δηλώσει αρχικά προθυμία να συνδράμει και ενώπιον Δικαστηρίου. Σε κάποιο στάδιο τον Ιούνιο του 2024 ενημέρωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα ότι δεν ήταν πλέον πρόθυμη να δώσει μαρτυρία και στη συνέχεια εξαφανίστηκε.

Η αποτυχία της κατηγορούσας Αρχής να εξασφαλίσει μαρτυρία δεν άφησε άλλα περιθώρια στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος έδωσε εντολή για αναστολή των κατηγοριών 4 και 5.

Η έφεση και η ενόχληση από την κριτική

Η συνέντευξη Τύπου της Νομικής Υπηρεσίας χωρίστηκε σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφιερώθηκε σε κάποιες εξηγήσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα των πολιτών, ενώ το δεύτερο αναλώθηκε σε μια επίθεση εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών κομμάτων και όσων ασκούν κριτική στο έργο και την αποτελεσματικότητα της. Σε πολύ έντονο ύφος η Πωλίνα Ευθυβούλου μίλησε για άδικη αποδόμηση του έργου των λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας, οι οποίοι, όπως εξήγησε, χειρίζονται καθημερινά επικίνδυνες υποθέσεις ρισκάροντας τη ζωή τους.

Τα βλέμματα στρέφονται πλέον στην έφεση που θα καταθέσει η Νομική Υπηρεσία και στην επανεξέταση της υπόθεσης αυτή τη φορά από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως εξήγησε ο νομικός Ηλίας Στεφάνου, στο Εφετείο η υπόθεση εξετάζεται αποκλειστικά με βάση τα γεγονότα όπως αυτά καταγράφηκαν στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης χωρίς να επιτρέπεται η παρουσίαση νέων μαρτύρων ή νέων στοιχείων. Με άλλα λόγια τα γεγονότα θεωρούνται δεδομένα. Το Εφετείο δεν θα επανεξετάσει τι συνέβη αλλά θα κρίνει αν με βάση όσα έγιναν αποδεκτά από το Πρωτόδικο Δικαστήριο πληρούνται τα νομικά στοιχεία των αδικημάτων. Θα εξεταστεί αν αποδεικνύεται πρόθεση διαφθοράς από τους εμπλεκόμενους, αν υπήρξε προσπάθεια επηρεασμού αρμόδιας αρχής και αν δόθηκε ή συμφωνήθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όπως έγινε από την πλειοψηφία του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραμένει επίσης δεδομένη και αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία το Εφετείο θα αποφασίσει αν μπορεί να ανατραπεί η απόφαση του Κακουργιοδικείου.

Κώστας Βελάρης: Εύκολη λύση η δίωξη Συλλούρη-Τζιοβάνη

Νομικός

Το πρόγραμμα των ‘Χρυσών Διαβατηρίων’ είχε καταρτισθεί περί το 2005 με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Αρχικά εφαρμόζετο φειδωλά λόγω των υψηλών του προδιαγραφών οι οποίες χαλάρωσαν αχαλίνωτα σαν αντιστάθμισμα της κρίσης του 2013 σε βαθμό που επέτρεψε σε γυρολόγους περιλαμβανομένων δυστυχώς και πολιτικών να το καταστήσουν εργαλείο εύκολου πλουτισμού αδιαφορώντας για τον διεθνή μας διασυρμό. Κοντολογίς είχε καταντήσει ένα προϊόν της θεσμικής διαφθοράς που μας ταλανίζει διαχρονικά.

Ο Αλ Τζαζίρα ανέδειξε ηχηρά στον απλό πολίτη την έκταση του προβλήματος ο οποίος άρχισε να απαιτεί λογοδοσία που προκάλεσε στους κρατούντες και κυρίως σ’ εκείνους που είχαν μετάσχει στο φαγοπότι πανικό προ του κινδύνου ν’ αποκαλυφθούν με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν.

Εύκολη λύση ήταν η δίωξη των προσώπων που ανεφέροντο στο βίντεο και την εστίαση της λαϊκής οργής σ’ αυτούς δημιουργώντας παράλληλα την εντύπωση ότι αυτοί ήσαν οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι του σκανδάλου και ότι η τιμωρία τους θα έφερνε την κάθαρση αφήνοντας όσους πραγματικά είχαν θησαυρίσει στο απυρόβλητο. Έκαναν ό,τι ακριβώς και οι καουμπόηδες που ήθελαν να διαβούν με τις αγελάδες τους τον ποταμό με τα πυράγχας αφήνοντας πρώτα δύο αγελάδες για να συγκεντρώσουν την προσοχή τους ώστε αυτοί με το κοπάδι να περάσουν ανενόχλητοι.

Κατά την γνώμη μου η διαδικασία αυτή δεν έπρεπε να είχε γίνει για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος αλλά κυρίως γιατί αφ’ ενός τα αδικήματα του κατηγορητηρίου δεν ήταν όσο σοβαρά η κοινή γνώμη αφέθηκε να νομίζει και αφ’ ετέρου δεν θα ήταν δίκαιο να επικεντρώσουμε όλη την διαφθορά σε δύο άτομα χωρίς απόδειξη αποκόμισης οποιουδήποτε οφέλους αφήνοντας στο απυρόβλητο όσους μεγαλόσχημους και μη που απεκόμισαν εκατομμύρια από το αμαρτωλό πρόγραμμα.

Συναφώς αναφέρεται ότι η μια από τις εναπομείνασες κατηγορίες αφορούσε ερώτημα της γραμματέως του Συλλούρη προς δημόσια υπάλληλο για το στάδιο στο οποίο ευρίσκετο νόμιμο αίτημα επενδυτή ενώ η άλλη αφορούσε παράκληση για λήψη βιομετρικών στοιχείων εγκριθέντος αιτητή στην πρεσβεία μας στο Λονδίνο παρακάμπτοντας τον κανόνα να έλθει προς τούτο στην Κύπρο ο οποίος εν πάση περιπτώσει, για να λέμε όλη την αλήθεια, είχε θεσπισθεί για να ‘ξεγελάσουμε’ την Ε.Ε. ότι η υπηκοότης εδίδετο δήθεν ύστερα από μόνιμη παραμονή στην Κύπρο έστω κι αν στην πραγματικότητα η παραμονή αυτή θα ήταν για μία μόνο μέρα.

Δεν θα αναφερθώ στην εκτενή απόφαση του Δικαστηρίου η οποία άλλωστε έτυχε ήδη εκτενούς εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας περιοριζόμενος στον σχολιασμό της διάρκειας της διαδικασίας η οποία χωρίς υπαιτιότητα των κατηγορουμένων έχει κατά πολύ υπερβεί τα πέντε έτη. Τέτοια διάρκεια κυρίως για ποινική υπόθεση, πέρα από το ότι κατά τη γνώμη μου δυνατό να ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης με συνακόλουθη παραβίαση σημαντικών προνοιών της ευρωπαϊκής σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα μπορούσε να επεκταθεί και σε κάτι σοβαρότερο αν ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι ο όρος ‘βασανιστήριο’ μπορεί να επεκταθεί πέραν της σωματικής βίας σε περίπτωση που αδικαιολόγητα δημιουργείται σε άτομο παρατεταμένη αγωνία ή φόβος.

Γι’ αυτό και η νομική υπηρεσία θα πρέπει να σκεφθεί σοβαρά την αποφυγή παράτασης της εκκρεμότητας και εν περιπτώσει έφεσης να μεριμνήσει ώστε να διεκπεραιωθεί τάχιστα, έχοντας κατά νουν ότι αν το ζήτημα αχθεί σε διεθνή βήματα οι συνέπειες ένεκα των πιο πάνω παραμέτρων για την ίδια αλλά και την χώρα μπορεί να μην είναι αμελητέες.  

Σίμος Αγγελίδης: Όλοι κρίνονται από πράξεις και παραλείψεις

Νομικός

Η υπόθεση ορόσημο για την κοινωνία, είχε ως αφετηρία το ρεπορτάζ του Al Jazeera. Αφορούσε φερόμενες μη επιτρεπτές παρεμβάσεις για πολιτογράφηση, χωρίς τήρηση κριτηρίων. To Κακουργιοδικείο από τις πρώτες σελίδες σε σύνολο 169, διαγράφει το πλαίσιο. Ξεκαθαρίζει εξ υπαρχής ότι το επίμαχο βίντεο δεν αποτελεί μέρος της μαρτυρίας και δεν έχει ληφθεί υπόψη. Κρίσιμο δικονομικό στοιχείο υπήρξε η απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να αναστείλει, ενεργοποιώντας την εξουσία nolle prosequi του Γενικού Εισαγγελέα, τις κατηγορίες 4 και 5 λόγω μη διαθεσιμότητας μαρτύρων, με αποτέλεσμα την απαλλαγή των κατηγορουμένων 1 και 2 από αυτές και την πλήρη απαλλαγή του κατηγορουμένου 3.

Οι εναπομείνασες κατηγορίες βασίζονταν στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διαφθορά (Ν. 23(III)/2000) και τον Ποινικό Κώδικα (Κεφ. 154). Συγκεκριμένα:

Κατηγορία 1: Εμπορία επιρροής για πολιτογράφηση Ζ.Α. (κόρης επενδυτή ΑΗΑ), χωρίς άδεια διαμονής και υπέρβαση ηλικίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε αθέμιτο αντάλλαγμα ή επηρεασμός. Οι επικοινωνίες Συλλούρη (μέσω ιδιαιτέρας) θεωρήθηκαν ενημερωτικές, εντός του ρόλου του ως διορισμένου Συμβούλου του Προέδρου Αναστασιάδη για προώθηση επενδύσεων. Η σχέση με Fidescorp Ltd δεν συνδέθηκε με διαφθορά.

Κατηγορίες 2-3: Συνωμοσία και εμπορία επιρροής για πολιτογράφηση Ν.G., με καθυστερημένες πληρωμές. Δεν αποδείχθηκε συμφωνία απάτης ή αθέμιτη πίεση σε Υπουργείο Εσωτερικών. Οι βεβαιώσεις εκδόθηκαν από δικηγόρο ΑΠ (πρώην κατηγορούμενο), χωρίς την εμπλοκή κατηγορουμένων. Το “Reservation Agreement” δεν απέδειξε δόλο, ενώ απουσίαζε ουσιώδης μαρτυρία από ΥΠΟΙΚ για οικονομικά κριτήρια.

Το Δικαστήριο αποφασίζει μόνο επί των όσων στοιχείων και μαρτυρία τίθεται υπόψιν του. Δεν μπορεί να συμπληρώσει κενά ή να προβεί σε εικασίες. Κατέγραψε και διαπίστωσε διάφορες ελλείψεις ή ουσιώδη κενά σε μαρτυρία και σε διαδικασίες τα οποία όλα μαζί σωρευτικά δεν του επιτρέπουν να καταλήξει σε εύρημα ενοχής.

Η Νομική Υπηρεσία προχωρά σε Έφεση η οποία θα κρίνει και την τελική έκβαση, έχοντας ως πρόσθετο εργαλείο την απόφαση μειοψηφίας. Σημαντικό να τονιστεί ότι καμία καινούργια μαρτυρία δεν μπορεί να τεθεί υπόψη του Εφετείου. Η τελική αθώωση δεικνύει τη σημασία του Τεκμηρίου αθωότητας. Όλοι κρίνονται από τις πράξεις, παραλείψεις και από τα αποτελέσματά των έργων τους.