Τρεις φορές ήχησαν χθες οι σειρήνες στην περιοχή των βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αναστάτωση, τόσο στους κατοίκους της περιοχής, όσο και σε όλους τους πολίτες, στους οποίους δημιουργείται πλέον η απορία, πόσο υπαρκτή και πόσο άμεση είναι κάθε φορά η απειλή από την έναρξη της προειδοποίησης.
Η κυβέρνηση, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ενημερώνει ακολούθως για κάθε περιστατικό. Και στις τρεις περιπτώσεις, ο κ. Λετυμπιώτης διευκρίνισε ότι δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε απειλή, οπόταν ο συναγερμός έληξε.
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές του philenews από ειδικούς, οι βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι τίθενται σε συναγερμό από την στιγμή που εντοπίζεται απειλή με κατεύθυνση προς την Κύπρο, από την περιοχή του Λιβάνου. Έτσι, αυτομάτως, θεωρείται ότι στο στόχαστρο της επίθεσης είναι οι βάσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται σε ελάχιστο χρόνο με την απογείωση μαχητικών για την αναχαίτηση των στόχων. Μπορεί, όμως, μερικά λεπτά μετά να γίνει αντιληπτό πως το αντικείμενο το οποίο κατεγράφη στα συστήματα παρακολούθησης δεν ήταν απειλητικό.
Για τον εντοπισμό των απειλών, οι συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή, έχουν δημιουργήσει σε συνεργασία με την Εθνική Φρουρά μια Κοινή Επιχειρησιακή Εικόνα (COP). Μέσω αυτής της εικόνας επιτυγχάνεται μια συνεννόηση «για το τι βλέπουμε», ούτως ώστε να μπορεί να αναχαιτιστεί. Μάλιστα, όπως μας λέχθηκε, εάν βρισκόταν στην περιοχή της Κύπρου η ελληνική φρεγάτα «Ψαρά» με το σύστημα «Κένταυρος», το μη επανδρωμένο αεροσκάφος που χτύπησε τις βρετανικές βάσεις, θα είχε εντοπιστεί εγκαίρως. Το συγκεκριμένο σύστημα, έχει αναπτυχθεί εξ’ ολοκλήρου για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και μάλιστα έχει δοκιμαστεί στη μάχη, κατά την διάρκεια της επιχείρησης ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα, όταν εντόπισε και κατάρριψε drones των Χούθι.
Για το ποιος πραγματοποιεί τις αναχαιτήσεις αυτών των μη επανδρωμένων αεροσκαφών εικάζεται ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων αντιμετωπίζονται από το Ισραήλ, ενώ είναι άγνωστο εάν τα μαχητικά της RAF, έχουν πραγματοποιήσει εμπλοκές στόχων.
Όσον αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό, και γιατί δεν εντοπίστηκε νωρίτερα, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το πρόβλημα έγκειται σε θέματα τεχνολογίας και στην ίδια την φιλοσοφία των drones. Όπως μας λέχθηκε, ακόμα και τα καλύτερα και ισχυρότερα ραντάρ μπορεί να τα χάσουν, διότι είναι κατασκευασμένα με ελαφριά υλικά χωρίς μεγάλο θερμικό αποτύπωμα. Το συγκεκριμένο μάλιστα, που χτύπησε τις βάσεις, είχε εντοπιστεί, μετά εξαφανίστηκε και στη συνέχεια εντοπίστηκε ξανά από τα ραντάρ. Αυτό είναι ενδεικτικό της δυσκολίας που επέφεραν ακόμα και στους μεγαλύτερους στρατούς του κόσμου, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ως εκ τούτου, το μοτίβο με τους συναγερμούς αναμένεται να συνεχιστεί εφ’ όσον ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη.