«Το trafficking στην Κύπρο δεν είναι «πρόβλημα των άλλων», είναι ένα έγκλημα που συμβαίνει στη διπλανή μας πολυκατοικία, στο κινητό του παιδιού μας» επεσήμανε η εκτελεστική πρόεδρος της ανθρωπιστικής μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus STOP Trafficking (CST) Παρασκευή Τζέου μιλώντας στη γενική συνέλευση της οργάνωσης που πραγματοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 2026 στη Λευκωσία. Ανέφερε ότι «η εργασιακή εκμετάλλευση παραμένει η πιο διαδεδομένη μορφή εμπορίας προσώπων στην Κύπρο (32% των περιπτώσεων), με τη συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων να είναι υπήκοοι τρίτων χωρών που θυματοποιούνται μέσω απατηλών αγγελιών στο διαδίκτυο, ενώ τα στοιχεία των τελευταίων ετών για την Κύπρο δείχνουν μια σαφή μετατόπιση προς το ψηφιακό έγκλημα». Πρόσθεσε ότι «η σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών θυμάτων trafficking έχει μεταφερθεί από τα καμπαρέ του παρελθόντος σε ιδιωτικά διαμερίσματα (Airbnb/Booking), όπου η κράτηση και η διαφήμιση γίνονται αποκλειστικά online, κάνοντας το έγκλημα «αόρατο» στους γείτονες.

 Είναι μια πρόκληση για τις Αρχές – συνέχισε – το γεγονός ότι το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2023-2026 για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων και για την Προστασία των Θυμάτων εστιάζει πλέον περισσότερο στον ψηφιακό γραμματισμό της Αστυνομίας και των πολιτών».  Η κυρία Τζέου ανέφερε ως θετική εξέλιξη την πρόσφατη μεταφορά (Φεβρουάριο 2026) της αρμοδιότητας χειρισμού υποθέσεων εμπορίας προσώπων, από το Υφυπουργείο Μετανάστευσης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, «μετά από έντονες πιέσεις ΜΚΟ που κατήγγειλαν θεσμική αδράνεια» όπως υπογράμμισε. Προβαίνοντας σε μια σύντομη επισκόπηση των δραστηριοτήτων της οργάνωσης από την προηγούμενη γενική συνέλευση η Παρασκευή Τζέου υπέμνησε την προσφορά βοήθειας  σε αναγνωρισμένα θύματα στην Κύπρο και στο εξωτερικό (οικονομική ή άλλη), «με πρωτοβουλία της οργάνωσης ή ύστερα από έκκληση της Αστυνομίας» όπως είπε. Αναφέρθηκε επίσης στην παραπομπή πιθανών περιπτώσεων εμπορίας προσώπων στην Αστυνομία και στην ολοκλήρωση της  κοινής εκστρατείας ενημέρωσης με την τουρκοκυπριακή οργάνωση KAYAD που έγινε με την οικονομική στήριξη της πρεσβείας της Ελβετίας στη Λευκωσία.

Επικέντρωση στο έργο της διαφώτισης

Σημειώνουμε ότι η Cyprus STOP Trafficking ιδρύθηκε το 2007 από τη νυν επίτιμη πρόεδρο Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques και για αρκετά χρόνια μέχρι πρόσφατα, διέθετε τρία καταφύγια φιλοξενίας και προστασίας θυμάτων εμπορίας. Σήμερα η οργάνωση έχει επικεντρωθεί στο έργο της διαφώτισης του κοινού και ειδικών ομάδων και συμμετέχει σε διάφορες δράσεις μαζί με άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως και με οργανώσεις των κατεχομένων που στηρίζουν γυναίκες θύματα εμπορίας και έμφυλης βίας. Η CST  συμμετείχε στην Πολυθεματική Συντονιστική Ομάδα κατά της Εμπορίας Προσώπων στην Κύπρο που είναι ο βασικός μηχανισμός για την εποπτεία, τον συντονισμό και την εφαρμογή πολιτικών ενάντια στο trafficking και συγκροτείται από λειτουργούς κυβερνητικών τμημάτων και εκπροσώπους μη κυβερνητικών οργανώσεων. Η εκτελεστική πρόεδρος της οργάνωσης αναφέρθηκε στη θετική αξιολόγηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της ετήσιας  Έκθεσης του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για την εμπορία ανθρώπων παγκοσμίως, που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβρη 2025  (TIP Report 2025), όπου η Κύπρος παραμένει στην Κατηγορία 1 (Tier 1). Αυτό σημαίνει – πρόσθεσε –  ότι η κυβέρνηση πληροί τις ελάχιστες προδιαγραφές για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων και συνεχίζει να καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες, με αύξηση στις καταδίκες εμπόρων (traffickers) και παραχώρηση αποζημιώσεων σε θύματα απευθείας από τους δράστες, μέσω δικαστικών αποφάσεων».

Τώρα ψυχολογική χειραγώγηση αντί βίαιης απαγωγής

Όπως ανέφερε η Παρασκευή Τζέου «παλαιότερα η στρατολόγηση απαιτούσε φυσική παρουσία και άμεση επαφή. Σήμερα οι διακινητές χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να καλύψουν τα ίχνη τους και να μεγιστοποιήσουν τον έλεγχο των θυμάτων τους. Η βίαιη απαγωγή έχει αντικατασταθεί από τη ψυχολογική χειραγώγηση. Οι διακινητές δημιουργούν ψεύτικα προφίλ στα social media, κερδίζουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων (συχνά ανηλίκων ή ευάλωτων νέων) και τους παρασύρουν με υποσχέσεις για σχέση, καριέρα ή οικονομική βοήθεια. Οι δράστες χρησιμοποιούν τα δεδομένα που εμείς οι ίδιοι μοιραζόμαστε (τοποθεσία, ενδιαφέροντα, οικονομική κατάσταση) για να εντοπίσουν ποιος είναι πιο ευάλωτος. Το TikTok, το Instagram και το Facebook έχουν γίνει δυστυχώς τα σύγχρονα πεδία αναζήτησης θυμάτων. Ακόμα και όταν το θύμα βρίσκεται σε καθεστώς εκμετάλλευσης, ο έλεγχος ασκείται ψηφιακά. Οι διακινητές χρησιμοποιούν GPS για να παρακολουθούν τις κινήσεις των θυμάτων και εφαρμογές κρυπτογραφημένης επικοινωνίας για να δίνουν εντολές, καθιστώντας τον εντοπισμό τους από την Αστυνομία εξαιρετικά δύσκολο». Αναφερόμενη στους τρόπους προστασίας του κοινού, είπε: «Πρώτον ποτέ δεν στέλνουμε ευαίσθητο υλικό σε άτομα που γνωρίσαμε μόνο online, δεύτερον διασταυρώνουμε πάντα τα στοιχεία μιας εταιρείας πριν δεχτούμε εργασία στην Κύπρο ή το εξωτερικό και τρίτον μιλάμε στα παιδιά μας για τους κινδύνους του διαδικτύου χωρίς φόβο, αλλά με γνώση».

Οι πέντε διαδικτυακές παγίδες

Η εκτελεστική πρόεδρος του CST τόνισε ότι «οι πιο συνηθισμένες παγίδες που συναντάμε στο νησί περιλαμβάνουν ιστοσελίδες που προβάλλουν «υπηρεσίες μασάζ» ή «συνοδείας» στη Λευκωσία ή τη Λεμεσό, που είναι συχνά η βιτρίνα για καταναγκαστική σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών. Τα θύματα ελέγχονται μέσω GPS και ψηφιακών εφαρμογών, καθιστώντας τα «αόρατα» φυλακισμένα σε απλά διαμερίσματα. Επίσης οργανωμένα κυκλώματα προσεγγίζουν κυρίως μέσω Facebook ευάλωτες γυναίκες, προσφέροντάς τους χρήματα για έναν «τυπικό» γάμο στην Κύπρο, ο οποίος όμως καταλήγει σε σωματική και ψυχολογική κακοποίηση». Σε ό,τι αφορά την εργασιακή εκμετάλλευση, είπε ότι «πολλοί νέοι από τρίτες χώρες φτάνουν στην Κύπρο με υποσχέσεις για σπουδές και εργασία που βρήκαν στο διαδίκτυο, μόνο και μόνο για να βρεθούν «χρεωμένοι» σε διακινητές που κατακρατούν τα διαβατήριά τους και τους εξαναγκάζουν να εργάζονται κάτω από άθλιες συνθήκες στη γεωργία ή την κτηνοτροφία».

 Αναφερόμενη στους «πέντε μεγαλύτερους κινδύνους του διαδικτύου σήμερα», η κυρία Τζέου μίλησε αρχικά για τον εκβιασμό μέσω σεξουαλικού περιεχομένου (sextortion). «Οι δράστες – είπε – αποσπούν γυμνές φωτογραφίες και στη συνέχεια απειλούν να τις δημοσιεύσουν αν το θύμα δεν υπακούσει σε εντολές σεξουαλικής ή οικονομικής εκμετάλλευσης». Αναφέρθηκε επίσης στις  απάτες με αγγελίες εργασίας (fake job ads) κυρίως για μοντέλα, προωθήτριες πωλήσεων ή οικιακές βοηθούς στην Κύπρο, όπου «το θύμα φτάνει στον χώρο εργασίας και ανακαλύπτει ότι είναι φυλακισμένο». Συνέχισε κάνοντας αναφορά στην εκμετάλλευση μέσω ζωντανών διαδικτυακώνσυνδέσεων (live streaming), όπου «τα θύματα εξαναγκάζονται σε σεξουαλικές πράξεις μπροστά σε κάμερα (cyber-trafficking) για θεατές που πληρώνουν με κρυπτονομίσματα».

Μίλησε ακόμα για την  προσέγγιση παιδιών και εφήβων (grooming),  μέσα από πλατφόρμες παιχνιδιών (gaming) όπου «ο διακινητής κερδίζει την εμπιστοσύνη του παιδιού παίζοντας μαζί του». Τέλος αναφέρθηκε στον οικονομικό έλεγχο «financial control» και τη χρήση ψηφιακών πορτοφολιών και κρυπτονομισμάτων για τη διακίνηση του μαύρου χρήματος, γεγονός που καθιστά τα κέρδη των διακινητών μη ανιχνεύσιμα».

«Ποινικοποίηση» θύματος – η περίπτωση της Αγίας Νάπας

Η Παρασκευή Τζέου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο υπόμνημαγια την εργασιακή εκμετάλλευση και την εμπορία προσώπων στην τουριστική βιομηχανία που η οργάνωση κατέθεσε στη Βουλή (στις Επιτροπές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας) στις  26 Ιανουαρίου 2026. Αφορμή ήταν το ντοκιμαντέρ του βρετανικού Channel 4 που είχε μεταδοθεί λίγες μέρες προηγουμένως και είχε αποκαλύψει τη συστηματική εργασιακή εκμετάλλευση και σεξουαλική παρενόχληση Βρετανίδων στην Αγία Νάπα, που έρχονται στην Κύπρο με υποσχέσεις εργασίας στα ξενοδοχεία ή την εστίαση, αλλά καταλήγουν σε κυκλώματα εμπορίας προσώπων, όπου εξαναγκάζονται να εργάζονται χωρίς νόμιμες συμβάσεις, να πληρώνονται ελάχιστα ή καθόλου, να ζουν σε άθλια δωμάτια και να δέχονται απειλές ή σεξουαλική παρενόχληση.

«Οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αναδεικνύουν ένα κενό στην εποπτεία της τουριστικής βιομηχανίας που επιτρέπει τη δράση κυκλωμάτων σύγχρονης δουλείας» τονίζεται μεταξύ άλλων στο υπόμνημα του CST. Προστίθεται ότι «η υπόθεση αυτή υπερβαίνει τα όρια των εργατικών διαφορών και εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου 60(I)/2014 περί Εμπορίας Προσώπων.

Τα στοιχεία που καταγράφηκαν περιλαμβάνουν στρατολόγηση μέσω εξαπάτησης με παραπλανητικές υποσχέσεις για τις συνθήκες εργασίας και αμοιβής, οικονομικό εξαναγκασμό (debt bondage) με παγίδευση των θυμάτων μέσω τεχνητών χρεών για διαμονή, κατάχρηση ευάλωτης θέσης με εκμετάλλευση της άγνοιας των δικαιωμάτων τους και του νεαρού της ηλικίας τους. Καταγράφηκαν επίσης κενά στον Εθνικό Μηχανισμό Παραπομπής (NRM) και καθυστέρηση στην ταυτοποίηση και αναγνώριση θυμάτων από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας που αφήνει τα άτομα εκτεθειμένα στους εκμεταλλευτές τους».

Σύμφωνα με το υπόμνημα, «υπάρχει υποστελέχωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και παρόλο που η Αστυνομία μπορεί να εντοπίσει ένα θύμα, οι ΥΚΕ συχνά αδυνατούν να προσφέρουν άμεση εξειδικευμένη στήριξη ή κατάλληλη στέγη, με αποτέλεσμα το θύμα να παραμένει σε ευάλωτη κατάσταση. Η εργασιακή εκμετάλλευση (όπως στην περίπτωση της Αγίας Νάπας) συχνά υποβαθμίζεται σε «εργατική διαφορά», με αποτέλεσμα τα θύματα να μην λαμβάνουν την προστασία που δικαιούνται ως θύματα trafficking. Η συνεχιζόμενη τάση υποβάθμισης της εμπορίας προσώπων, από ζήτημα κατάφωρης παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ζήτημα μεταναστευτικής διαχείρισης, «ποινικοποιεί» το θύμα και αμνηστεύει τον διακινητή. Η διερεύνηση των υποθέσεων πρέπει να αποσυνδεθεί πλήρως από το μεταναστευτικό καθεστώς των εργαζομένων και να εστιαστεί στην ποινική δίωξη όσων εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ζωή για κέρδος».

Σεξουαλική σκλαβιά και καταναγκαστική εργασία

Η Παρασκευή Τζέου αναφέρθηκε ιδιαίτερα στηνκοινή έκθεση που συνέγραψαν οι ερευνήτριες Χριστίνα Καϊλή (MIGS) και Mine Yucel (Prologue Consulting) βασισμένη σε έρευνα τους που διήρκεσε από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο 2025. Η έρευνα έγινε στο πλαίσιο του Προγράμματος Ενωμένης Δράσης κατά της Εμπορίας Ανθρώπων (United Action Against Human Trafficking) που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και υλοποιήθηκε από την τουρκοκυπριακή οργάνωση πολιτών Refugee Rights Association και την ελληνοκυπριακή Caritas Cyprus.

Σε ό,τι αφορά τις ελεύθερες περιοχές υπογραμμίζεται στην έρευνα ότι «η εμπορία προσώπων στην Κύπρο δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική εκμετάλλευση, αλλά σε μεγάλο βαθμό την καταναγκαστική εργασία στον τομέα της οικιακής απασχόλησης». Τονίζεται  ότι «το ισχύον σύστημα έκδοσης αδειών εργασίας που συνδέει τη νόμιμη παραμονή της εργαζόμενης με έναν συγκεκριμένο εργοδότη, δημιουργεί συνθήκες «σύγχρονης δουλείας».

Τονίζεται επίσης στην έρευνα ότι «οι γυναίκες που εργάζονται και διαμένουν σε ιδιωτικές κατοικίες είναι οι πλέον ευάλωτες, καθώς η πρόσβαση των Αρχών για έλεγχο είναι περιορισμένη, καθιστώντας δύσκολο τον εντοπισμό θυμάτων». Σε ό,τι αφορά τη δικοινοτική πτυχή της έρευνας επισημαίνεται ότι «οι σωματέμποροι εκμεταλλεύονται το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς και την έλλειψη επίσημης συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων κι ενόψει αυτού, πολλά θύματα μεταφέρονται από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές».

 Η έρευνα αναφέρεται στην ανάγκη υλοποίησης μιας ενιαίας στρατηγικής που να υπερβαίνει το πολιτικό πρόβλημα εστιάζοντας στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής. Η εμπορία προσώπων στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτη, αφού σύμφωνα με την έρευνα της  Χριστίνας Καϊλή και της Mine Yucel το κατοχικό καθεστώς μόλις πρόσφατα ποινικοποίησε το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων και δεν διαθέτει θεμελιώδεις δομές για την προστασία των θυμάτων και την ποινική δίωξη των δραστών, σε αντίθεση με την Κυπριακή Δημοκρατία που διαθέτει ένα καλά ανεπτυγμένο νομοθετικό πλαίσιο και εθνικούς μηχανισμούς κατά του σωματεμπορίου.

Όπως επεσήμανε σχετικά ο Νέλσων Νεοκλέους μέλος του διοικητικού συμβουλίου της CST «πέραν της προώθησης γυναικών μέσω του διαδικτύου, είναι γνωστό ότι στο δρόμο Λευκωσίας- Μόρφου υπάρχουν «οχυρωμένα» καμπαρέ όπου πολλές νεαρές γυναίκες πωλούνται ως σεξουαλικές σκλάβες, αλλά και γενικότερα η κατάσταση της εμπορίας προσώπων στα κατεχόμενα είναι σαφώς χειρότερη, όπως αναγνωρίζουντόσο οι Τουρκοκύπριες ακτιβίστριες, όσο καιη Έκθεση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών».

Εκπαίδευση δικαστών και «μεταναστευτική» διαχείριση

Στο υπόμνημα εκφράζεται η ανησυχία της οργάνωσης για το ότι «η δικαστική εξουσία στην Κύπρο συχνά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις σύγχρονες, «αόρατες» μορφές καταναγκασμού». Προστίθεται ότι «για να σταματήσει η ατιμωρησία των εκμεταλλευτών στην Αγία Νάπα και αλλού, πρέπει οι δικαστές να εκπαιδευτούν στην αναγνώριση του ψυχολογικού εξαναγκασμού και της κατάχρησης ευάλωτης θέσης, γιατί το trafficking δεν απαιτεί πάντα σωματική βία ή αλυσίδες, αφού η απειλή της απέλασης ή το τεχνητό χρέος είναι εξίσου ισχυρά δεσμά. Επίσης η δικαστική διαδικασία πρέπει να προστατεύει το θύμα από την επαναθυματοποίηση (re-traumatization).

Η αντιπαραβολή του θύματος με τον θύτη και η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του θύματος με βάση το μεταναστευτικό του καθεστώς, πρέπει να σταματήσουν και οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι ανάλογες της βαρύτητας του εγκλήματος. Τέλος, πρέπει να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του νόμου για την άμεση καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα από τα κατασχεθέντα έσοδα των εκμεταλλευτών. Ως Cyprus Stop Trafficking, κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου για τη συστηματική διολίσθηση του κράτους σε μια «μεταναστευτική» διαχείριση της εμπορίας προσώπων. Η προσέγγιση αυτή ακυρώνει την ουσία του Νόμου 60(I)/2014. Όταν οι αρχές εστιάζουν στο αν ένας εργαζόμενος στην Αγία Νάπα έχει «νόμιμα έγγραφα» αντί να ερευνούν αν ζει σε συνθήκες δουλείας, τότε το κράτος γίνεται ο ακούσιος συνεργός του εκμεταλλευτή. Ζητούμε την πλήρη αποσύνδεση της προστασίας των θυμάτων από το μεταναστευτικό τους καθεστώς. Η εμπορία ανθρώπων είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όχι διοικητική παράβαση των συνόρων».