Η πολυκατοικία στη Γερμασόγεια δεν κατέρρευσε ξαφνικά ούτε και η επόμενη πτώση κτηρίου θα έρθει αιφνιδίως, καθώς, δεκάδες αν όχι εκατοντάδες οικιστικές μονάδες μένουν χωρίς συντήρηση εδώ και χρόνια, με αποτέλεσμα να εκπέμπουν σήμα κινδύνου.
Με τη συντήρησή τους να επαφίεται στον κάθε ιδιοκτήτη, χωρίς να ζητούνται εξηγήσεις από οποιοδήποτε και δίχως επιπτώσεις στους κατόχους αυτών, οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες (βασικά οι τοπικές Αρχές και οι επαρχιακές διοικήσεις) περιορίζονταν είτε στο να αποστέλλουν απλά κάποιες ειδοποιήσεις για τις επικίνδυνες οικοδομές, είτε να στηρίζουν όσα κτήρια παρουσίαζαν εμφανή σημάδια δυνητικής κατάρρευσης, προσφέροντας «πρώτες βοήθειες».
Βεβαίως, η ευθύνη για στήριξη και συντήρηση των οικοδομών ανήκει στους ιδιοκτήτες, αλλά κάποιοι από αυτούς είτε δεν ενδιαφέρονταν, είτε προτιμούσαν να τις νοικιάζουν, είτε δεν είχαν τα χρήματα που απαιτούνταν, είτε απουσίαζαν στο εξωτερικό ή ανήκαν σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες κ.τ.λ., με αποτέλεσμα να αφεθούν στο έλεος του χρόνου, ο οποίος, εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι δεν συγχωρεί.
Γιατί, όμως, η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη όσον αφορά το κτηριακό απόθεμα στην Κύπρο σε σχέση με άλλες χώρες;
Οι αριθμοί, όπως προκύπτουν από στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας (τελευταία επικαιροποίηση στις 9 Αυγούστου 2024), μιλούν αφ’ εαυτών και λένε την αλήθεια.
Με βάση τα στοιχεία αυτά, από τις (υφιστάμενες) κατοικίες που έχουν καταγραφεί, 1.440 έχουν ανεγερθεί πριν το 1919. Μεταξύ 1919-1945 υπάρχουν 7.874 κατοικίες, ενώ μεταξύ 1946-1960 υπάρχουν 19.133. Την περίοδο 1961-1980 έχουν ανεγερθεί 85.989 κατοικίες, ενώ μεταξύ 1981-2000 έχουν κτιστεί και λειτουργούν 155.759 κατοικίες.
Από το 2001 μέχρι και το 2010 κτίστηκαν 136.404 κατοικίες, ενώ την περίοδο 2011-2015 ανηγέρθησαν και κατοικούνται 30.331 κατοικίες. Την περίοδο 2016-2021 κτίστηκαν 45.831 κατοικίες, ενώ για άλλες 8.784 δεν δηλώθηκε έτος κατασκευής.
Με άλλα λόγια, συνολικά 114.436 οικοδομές έχουν ανεγερθεί μέχρι το έτος 1981, οπόταν το μικρότερο σε ηλικία κτήριο είναι 45 ετών. Μεταξύ 1981-2000, έχουν κτιστεί και λειτουργούν 155.759 κατοικίες που σημαίνει ότι το «νεαρότερο» σε ηλικία κτήριο είναι 25-26 ετών. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, περίπου 270.000 οικοδομές είναι άνω των 25 ετών.
Βεβαίως, σε άλλες χώρες υπάρχουν κτήρια ηλικίας δεκάδων ή και εκατοντάδων ετών, αλλά είναι εμφανές ότι για να αντέξουν στον χρόνο υφίστανται κατά καιρούς συντηρήσεις, κάτι το οποίο δεν ισχύει σε όλες τις οικοδομές στην Κύπρο, υπό την έννοια ότι η συντήρηση δεν είναι υποχρεωτική και εξαρτάται από τον κάθε ιδιοκτήτη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον το ΕΤΕΚ τονίζει εδώ και περίπου δέκα χρόνια την ανάγκη υποχρεωτικού ελέγχου των οικοδομών, ώστε να διαπιστώνεται «που στέκουν» από στατικής απόψεως.
Πέραν της συνήθους φθοράς των οικοδομών, ένεκα της παρέλευσης του χρόνου, στην Κύπρο υπάρχει ακόμη ένας ανησυχητικός παράγοντας ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν στην εξίσωση και αφορά το γεγονός, ότι μετά το 1974 χάθηκαν τα λατομεία του Πενταδακτύλου από τα οποία γινόταν εξόρυξη οικοδομικού υλικού καλής ποιότητας. Την περίοδο μετά την τουρκική εισβολή, πέραν του ότι τα λατομικά υλικά δεν ήταν τόσο καλής ποιότητας, για την ανέγερση χιλιάδων οικοδομών χρησιμοποιούνταν και αμμοχάλικα από τις παραλίες και, μάλιστα, χωρίς να ξεπλυθούν ώστε να απομακρυνθεί το αλάτι της θάλασσας. Εκτιμάται δε, ότι αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους πτώσης μπαλκονιών κυρίως στη Λεμεσό.
Άλλος παράγοντας ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψιν, αφορά το γεγονός ότι (με βάση προηγούμενα στοιχεία) τη δεκαετία 1981-1990 (όταν δεν είχε εφαρμοστεί ο κυπριακός αντισεισμικός κανονισμός, που τέθηκε σε ισχύ το 1994) κτίστηκαν συνολικά 85.503 κατοικίες που αντιστοιχούν με ποσοστό 20% του συνόλου των κατοικιών που υπήρχαν τότε στην Κύπρο. Εξάλλου, μεταξύ 1991-2000 (όταν υπήρχε μεν ο αντισεισμικός κώδικας αλλά δεν υπήρχε υποχρεωτική επίβλεψη) κτίστηκαν άλλες 70.094 κατοικίες. Η υποχρεωτική επίβλεψη τέθηκε σε ισχύ το 1999.
Και εφόσον αναφερόμαστε σε δυνητικούς κινδύνους, μαζί με όλα τα πιο πάνω δεδομένα, πρέπει να λάβουμε υπόψιν και τη σεισμικότητα της περιοχής.
Το παράδειγμα με τους προσφυγικούς συνοικισμούς
Αν θέλουμε να πάρουμε μια ιδέα ως προς τις επιδράσεις σε μια οικοδομή από τη χρήση μη κατάλληλων υλικών, αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα στο σχέδιο «κτίΖΩ», το οποίο δρομολογήθηκε όταν, κατόπιν εργαστηριακών ελέγχων, διαπιστώθηκε ότι 43 από συνολικά 358 πολυκατοικίες σε κυβερνητικούς προσφυγικούς οικισμούς (ποσοστό 12%) κρίθηκαν κατεδαφιστέες, ενώ άλλες 70 θα τύχουν εκτεταμένης αναδόμησης.
Σε παρατήρηση μας ότι οι συνοικισμοί δεν κτίστηκαν με τόση προσοχή όσον οικοδομές στον ιδιωτικό τομέα, πρώην στέλεχος της Πολεοδομίας υπέδειξε, πως τουλάχιστον στους προσφυγικούς συνοικισμούς υπήρχε κάποιας μορφής επίβλεψη, οπόταν η κατάσταση εκτός συνοικισμών δεν είναι καλύτερη από ότι στους συνοικισμούς. Στον βαθμό που μπορεί να ισχύει η εκτίμηση αυτή, μιλάμε για μεγάλο αριθμό οικοδομών, ιδιαίτερα πολυκατοικιών, οι οποίες χρίζουν ελέγχου ή και στατικής στήριξης.
Απουσία νομοθεσίας για την ασφάλεια των κτηρίων
Από το τελευταίο περιστατικό με την κατάρρευση της πολυκατοικίας στη Γερμασόγεια που στοίχισε τη ζωή σε δύο συνανθρώπους μας, αλλά και από τα πιο πάνω δεδομένα, προκύπτει ότι τι θέμα με τον περιοδικό έλεγχο των κτηρίων έπρεπε να είχε λυθεί όχι χθες, αλλά εδώ και αρκετά χρόνια, πλην όμως, οι παραστάσεις του ΕΤΕΚ δεν εισακούστηκαν. Σχετική προσπάθεια νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος είχε καταβληθεί και από τον υπουργό Εργασίας, Μαρίνο Μουσιούτα, ενόσω ήταν βουλευτής, αλλά και πάλι η διαδικασία έμεινε στη μέση με επίκληση και νομικών μέτρων, παρ’ όλον ότι η όλη προσπάθεια τύγχανε και της στήριξης του υπουργού Εσωτερικών και, μάλιστα, είχε εξαγγελθεί η κατάθεση κυβερνητικού νομοσχεδίου σχετικά με την επιθεώρηση των κτηρίων.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2024, ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Εσωτερικών, Άριστος Δαμιανού, με επιστολή του προς τον υπουργό Εσωτερικών, κατέγραφε και τα ακόλουθα: «Δεδομένου ότι το ως άνω νομοσχέδιο άπτεται της δημόσιας ασφάλειας και υγείας, παρακαλώ όπως αμέσως ενημερωθούμε γραπτώς για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία κατάθεσης του εν λόγω νομοσχεδίου ενώπιον του Σώματος». Υπενθύμιζε δε, πως η Βουλή είχε ενημερωθεί στις 28 Σεπτεμβρίου 2023, πως «το νομοσχέδιο θα τεθεί εκ νέου σε διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και ακολούθως να κατατεθεί στην Ολομέλεια της Βουλής εν ευθέτω χρόνω».
Γίνεται αντιληπτό, πως η μη έγκριση νομοσχεδίου ή προτάσεων νόμου προς ρύθμιση του θέματος της ασφάλειας των οικοδομών και κατ’ επέκταση των ενοίκων, προσκρούει και σε συμφέροντα ιδιωτών οι οποίοι βολεύονται με την παρούσα κατάσταση που επιτρέπει την ενοικίαση κτηρίων χωρίς τις απαραίτητες συντηρήσεις, που σε ορισμένες από τις περιπτώσεις είναι και δαπανηρές.
Το ζήτημα είναι πως ακόμη και να ήθελε η Βουλή, λόγω της επικείμενης διάλυσής της, δεν υπάρχει επαρκής χρόνος έγκρισης σχετικής νομοθεσίας.