Κακοδικία εντόπισε το Εφετείο στην υπόθεση του Γιώργου Χριστοδούλου Ζαβράντωνα, ο οποίος καταδικάστηκε τον Δεκέμβριο του 2022 σε 22 χρόνια φυλάκιση για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών.

Σε μια πρωτοφανή για τα δικαστικά δεδομένα, η ανατροπή συνέβη επειδή το Κακουργιοδικείο που τον καταδίκασε είχε άλλη σύνθεση από το Δικαστήριο που εξέτασε προδικαστικό θέμα για κατάχρηση της διαδικασίας και αποφάσισε να το παραπέμψει προς εξέταση στο τέλος της δίκης. Ουσιαστικά, ένας δικαστής από την αρχική σύνθεση του Κακουργιοδικείου προήχθη και στη θέση του διορίστηκε άλλος, κάτι που έκρινε και την τύχη της έφεσης.

Η σημερινή απόφαση στέλλει τον Ζαβράντωνα σε νέα δίκη για τις δυο κατηγορίες για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ως εγκέφαλος κυκλώματος εισαγωγής ναρκωτικών, όμως, πρέπει η κατηγορούσα Αρχή να ξαναφέρει τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν κατά του κατηγορούμενου. Ο ένας, παρά την καταδίκη του, στη συνέχεια τέθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και στη συνέχεια πήρε αναστολή εκτέλεσης της ποινής του. Για την υπόθεση είχε καταδικαστεί σε οκταετή ποινή φυλάκισης και τρίτο πρόσωπο.

Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου (σύνθεση υπό τους δικαστές Δ. Κίτσιος, Μ. Πικής και Μ. Δρουσιώτης) ο Ζαβράντωνας κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, καταδικάστηκε στις 12.12.2022, για τα αδικήματα της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια  ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 15 κιλών και 16.4 γραμμαρίων κοκαΐνης, ενώ αθωώθηκε για τα αδικήματα της συνομωσίας και της προμήθειας των ναρκωτικών σε τρίτο πρόσωπο. Τα αδικήματα, διαπράχθηκαν στις 16.1.2019.

Με τον δεύτερο από 22 λόγους έφεσης, ο δικηγόρος του Χρίστος Πουτζιουρής, προέβαλε ότι το Κακουργιοδικείο που εκδίκασε την ποινική υπόθεση δεν ήταν ο φυσικός δικαστής του εφεσείοντος, με αποτέλεσμα να παραβιασθεί το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, εφόσον της ποινικής υπόθεσης αρχικά επιλήφθηκε Κακουργιοδικείο υπό διαφορετική σύνθεση, το οποίο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23.12.2020, έθεσε τη σφραγίδα του στην υπόθεση, υποθεμελιώνοντας την περαιτέρω πορεία της δίκης.

Το αίτημα για διακοπή της δίκης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας εδραζόταν στις συνθήκες σύλληψης και κράτησης του εφεσείοντος από όργανα του παράνομου καθεστώτος στις κατεχόμενες περιοχές και την επακόλουθη παράδοσή του στις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι εν λόγω ενέργειες συνιστούσαν απαγωγή, η οποία διενεργήθηκε εκτός νόμιμου πλαισίου από πρόσωπα στερούμενα οποιασδήποτε συνταγματικής εξουσιοδότησης. Στην ένστασή της, η κατηγορούσα Αρχή απέρριψε στο σύνολο τους ισχυρισμούς του εφεσείοντος, προβάλλοντας τη θέση ότι οι ενέργειες της Αστυνομίας υπήρξαν καθ’ όλα σύννομες.

Με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 23.12.2020, το Κακουργοδικείο απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης, με το σκεπτικό ότι τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εάν τα γεγονότα που το αφορούν ήταν κοινώς αποδεχτά και ως τέτοια τίθεντο προς εξέταση από το Δικαστήριο. Όπως αποφάσισε το Κακουργιοδικείο, ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της δίκης, εφόσον εγερθεί και στοιχειοθετηθεί και αξιολογηθεί στο τέλος της δίκης.

Σύμφωνα με το Εφετείο, στις 16.9.2021 σημειώθηκε ουσιώδης μεταβολή στη συγκρότηση του Κακουργιοδικείου. Ο εφεσείων εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο ενώπιον μιας ολότελα νέας σύνθεσης Κακουργοδικείου. Πρόκειται για τη σύνθεση Κακουργιοδικείου η οποία επιλήφθηκε έκτοτε της υπόθεσης και εξέδωσε την εκκαλούμενη καταδικαστική απόφαση.

Το Εφετείο έκρινε ως αξιοσημείωτη τη στάση του συνηγόρου της Δημοκρατίας, ο οποίος αναγνώρισε ότι, βάσει των αρχών οι οποίες διαμορφώθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, «δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αρχική σύνθεση του Κακουργοδικείου με την απόρριψη του προδικαστικού αιτήματος της υπεράσπισης… να έχει θέσει τη σφραγίδα της στην ποινική υπόθεση, υποθεμελιώνοντας την περαιτέρω πορεία της».

Σύμφωνα με τους τρεις εφέτες, η ανάληψη της υπόθεσης από νέα σύνθεση, υπό το κράτος μιας ήδη ειλημμένης απόφασης επί ουσιώδους δικονομικού ζητήματος, συνιστούσε ανεπίτρεπτη δέσμευση. Κατ’ εφαρμογή των νομολογηθέντων, η δίκη όφειλε να συνεχισθεί χωρίς αλλαγή στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου, καθώς η προηγούμενη σύνθεση, θέτοντας τη σφραγίδα της στην υπόθεση, κατέστη ο φυσικός της δικαστής. Συνακόλουθα, η νέα σύνθεση ενώπιον της οποίας διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, στερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπόθεσης. Πρόκειται για μορφή κακοδικίας (mistrial) η οποία επιφέρει αναπόδραστα την ακυρότητα της καταδικαστικής απόφασης και της επιβληθείσας ποινής, εφόσον η διεξαχθείσα δίκη δεν ήταν έγκυρη.

Μετά τη διαπίστωση αυτή, το Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη και την ποινή. Διατάχθηκε νέα δίκη του Ζαβράντωνα μόνο για τις δύο κατηγορίες που κρίθηκε ένοχος, ενώπιον Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπό νέα σύνθεση. Το Εφετείο διέταξε επίσης όπως ο εφεσείων παρουσιαστεί ενώπιον της νέας σύνθεσης Κακουργιοδικείου σε σύντομη ημερομηνία, η οποία να καθοριστεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, σε συνεννόηση με το Κακουργιοδικείο, και εν πάση περιπτώσει, όχι σε χρόνο μεγαλύτερο των 15 ημερών από σήμερα, και να απαντήσει στις εν λόγω κατηγορίες. Εν τω μεταξύ, θα παραμείνει υπό κράτηση.

Δείτε αυτούσια την απόφαση ΕΔΩ.