Σαφές μήνυμα προς τους ιδιοκτήτες σκύλων, έστειλε το Εφετείο, επικυρώνοντας καταδίκη πολίτη του οποίου ο σκύλος κυκλοφορούσε χωρίς λουρί σε δημόσιο δρόμο και ξεκαθαρίζοντας ότι η ευθύνη του ιδιοκτήτη δεν αναιρείται ακόμη κι αν ο ίδιος δεν βρισκόταν στο σημείο τη στιγμή του περιστατικού. Ως εκ τούτου το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη του ιδιοκτήτη του σκύλου από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για το αδίκημα της ελεύθερης κυκλοφορίας σκύλου, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση που είχε καταχωρίσει κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Στον εφεσείοντα είχε επιβληθεί χρηματική ποινή ύψους €350, αφού κρίθηκε ένοχος βάσει του περί Σκύλων Νόμου του 2002. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως ιδιοκτήτης σκύλου επέτρεψε στο ζώο να περιφέρεται ελεύθερο σε δημόσιο δρόμο χωρίς να είναι δεμένο με λουρί.
Με την έφεσή του υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε βασικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή ότι ο ίδιος γνώριζε ή ανεχόταν το γεγονός ότι ο σκύλος του κυκλοφορούσε ελεύθερος. Η υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ιδιοκτήτης βρισκόταν στην εργασία του και, συνεπώς, δεν μπορούσε να γνωρίζει ή να αποτρέψει την κατάσταση.
Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδέποτε διαπίστωσε ως γεγονός ότι ο εφεσείων απουσίαζε στην εργασία του την επίμαχη στιγμή. Αντίθετα, σημείωσε ότι το πού βρισκόταν ο ιδιοκτήτης ήταν, υπό τις περιστάσεις, αδιάφορο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος.
Στην απόφαση γίνεται εκτενής ανάλυση της έννοιας του όρου «επιτρέπει» στη σχετική νομοθεσία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος προϋποθέτει γνώση περιστάσεων από πλευράς του ιδιοκτήτη, σε βαθμό που η παράλειψή του να τις ελέγξει να ισοδυναμεί με αποδοχή του γεγονότος ότι ο σκύλος κυκλοφορούσε ελεύθερος.
Παράλληλα, το Εφετείο έκρινε ότι σε τέτοιες υποθέσεις μεταφέρεται στον κατηγορούμενο το αποδεικτικό βάρος να παρουσιάσει στοιχεία πως δεν γνώριζε τις περιστάσεις που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, οι συνθήκες φύλαξης του σκύλου βρίσκονται κατεξοχήν στη γνώση του ιδιοκτήτη και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τι συνέβαινε εντός της κατοικίας ή των υποστατικών του.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο εφεσείων επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία για να ανατρέψει το βάρος απόδειξης που, κατά την κρίση του Εφετείου, είχε μεταφερθεί στους ώμους του.
Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, το Εφετείο έκρινε ότι η μεταφορά του αποδεικτικού βάρους ήταν εύλογη και συμβατή τόσο με το Σύνταγμα όσο και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος καλείτο να αποδείξει περιστάσεις που βρίσκονταν αποκλειστικά στη δική του γνώση.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και ότι ο εφεσείων δεν απέσεισε το βάρος που του αναλογούσε. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε και η πρωτόδικη καταδίκη επικυρώθηκε.