Παρά το βαρύ ποινικό του παρελθόν και τη σοβαρότητα του αδικήματος της διάρρηξης εκκλησίας, το Εφετείο έριξε στο κενό την έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας για αύξηση των ποινών που του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κρίνοντας πως η ειλικρινής και συνεχής μάχη του 48χρονου καταδικασθέντα για απεξάρτησή του από τα ναρκωτικά αποτελεί καθοριστικό ελαφρυντικό παράγοντα. Ως εκ τούτου το Εφετείο έκρινε ότι οι πρωτόδικες ποινές παραμένουν αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Η υπόθεση αφορούσε τη διάρρηξη του Ιερού Ναού του Αποστόλου Ανδρέα στην Αγλαντζιά, με τον κατηγορούμενο να παραδέχεται ότι έκλεψε χρυσαφικά αξίας €2.832, τα οποία μεταπώλησε σε χρυσοχοείο, ενώ προκάλεσε και ζημιές ύψους €150 στο παράθυρο και σε γυάλινη προθήκη του ναού. Παράλληλα, είχε παραδεχθεί και το αδίκημα της κλεπταποδοχής αυτοκινήτου.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε επιβάλει στον 48χρονο ποινές φυλάκισης 18 μηνών για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, 22 μηνών για διάρρηξη κατά τη διάρκεια της νύχτας, 15 μηνών για κλοπή, τριών μηνών για κακόβουλη ζημιά και 15 μηνών για κλεπταποδοχή.

Ο Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου ότι οι ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς, επικαλούμενος τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση διαρρήξεων και κλοπών, καθώς και το ποινικό παρελθόν του καταδικασθέντος. Σύμφωνα με την απόφαση, είχαν ληφθεί υπόψη ακόμη επτά άλλες υποθέσεις εναντίον του για συναφή αδικήματα, καθώς και προηγούμενη καταδίκη του για κλεπταποδοχή, κλοπή και παράνομη κατοχή περιουσίας.

Το Εφετείο συμφώνησε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα στην επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, χαρακτηρίζοντας την παράλειψη αυτή ως σφάλμα που δικαιολογούσε την παρέμβασή του. Παράλληλα, επανέλαβε ότι η νομολογία αντιμετωπίζει αυστηρά τα αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της αύξησης τέτοιων αδικημάτων και της επίδρασής τους στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις προσπάθειες απεξάρτησης του 48χρονου καταδικασθέντος από τα ναρκωτικά. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο εφεσίβλητος είναι χρήστης ηρωίνης από την ηλικία των 18 ετών και η εξάρτησή του αποτέλεσε ουσιαστική αιτία της εγκληματικής του συμπεριφοράς. Μετά την καταδίκη του, εντάχθηκε οικειοθελώς στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Δανάη» στις Κεντρικές Φυλακές, στο οποίο συνέχιζε να συμμετέχει επιτυχώς μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.

Το Εφετείο έλαβε υπόψη βεβαίωση ειδικής ψυχολόγου του ΟΚΥπΥ, σύμφωνα με την οποία ο καταδικασθείς παρουσιαζόταν πρόθυμος και με κίνητρο για διαχείριση της εξαρτητικής του συμπεριφοράς. Αναφορά έγινε επίσης στα σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της μακροχρόνιας εξάρτησής του, περιλαμβανομένης της πώλησης της επιχείρησής του και της ανεργίας.

Καταλήγοντας, το τριμελές Εφετείο έκρινε ότι, παρά την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και την επιβαρυντική επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά, η έμπρακτη και συνεχιζόμενη προσπάθεια απεξάρτησης του κατηγορουμένου λειτουργεί ως σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας που αντισταθμίζει την ανάγκη αύξησης των ποινών. Ως εκ τούτου, αποφάσισε τη διατήρηση των πρωτόδικων ποινών.