Τα ηλεκτρονικά ίχνη από το σύστημα έκδοσης εισιτηρίων Wi-Fi «έκαψαν» υπάλληλο υποδοχής ξενοδοχείου στην επαρχία Αμμοχώστου, με το Εφετείο να επικυρώνει την καταδίκη και την εξάμηνη ποινή φυλάκισης με αναστολή, που επιβλήθηκε πρωτοδίκως, για υπεξαίρεση εσόδων ύψους 765 ευρώ από πωλήσεις πρόσβασης στο διαδίκτυο.

Η υπόθεση αφορούσε αδίκημα κλοπής, το οποίο διαπράχθηκε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατά την περίοδο από τις 30 Απριλίου έως τις 31 Οκτωβρίου 2015. Η εφεσείουσα ήταν μία από τέσσερις υπαλλήλους υποδοχής ξενοδοχείου που κατηγορήθηκαν ότι υπεξαιρούσαν χρήματα από την πώληση εισιτηρίων πρόσβασης στο ασύρματο διαδίκτυο του ξενοδοχείου.

Στην ομόφωνη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου, παρά τη μακρά διάρκεια της διαδικασίας. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η καθυστέρηση από την καταχώριση της υπόθεσης το 2016 μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης το 2023 καθιστούσε τη διαδικασία άκυρη. Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι η διάρκεια της δίκης δικαιολογείτο από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον μεγάλο όγκο εγγράφων, τις εκτεταμένες αντεξετάσεις, αιτήματα των κατηγορουμένων για πρόσθετο υλικό, δυσκολίες εντοπισμού μαρτύρων, καθώς και αναβολές λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού.

Καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε η μαρτυρία οικονομολόγου και συμβούλου επιχειρήσεων, ο οποίος είχε αναλάβει να διερευνήσει απώλειες στις πωλήσεις των εισιτηρίων Wi-Fi για λογαριασμό της εταιρείας που διαχειριζόταν το ξενοδοχείο. Μέσα από ανάλυση των ηλεκτρονικών δεδομένων του συστήματος έκδοσης εισιτηρίων και αντιπαραβολή τους με τα στοιχεία που παραδίδονταν στο λογιστήριο, εντοπίστηκαν εκατοντάδες περιπτώσεις εισιτηρίων που είχαν εκδοθεί και χρησιμοποιηθεί χωρίς να αποδοθεί το αντίστοιχο αντίτιμο.

Σε ό,τι αφορά την εφεσείουσα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι συνδέθηκε με 71 συγκεκριμένες περιπτώσεις έκδοσης εισιτηρίων σε ώρες κατά τις οποίες εργαζόταν μόνη στην υποδοχή του ξενοδοχείου. Από αυτά, τα 51 αφορούσαν εισιτήρια αξίας 15 ευρώ το καθένα, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα 765 ευρώ. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι η καταδίκη περιορίστηκε μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδείχθηκε ότι τα εισιτήρια είχαν πράγματι χρησιμοποιηθεί και δεν υπήρχε αμφιβολία για την τύχη τους.

Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας του ηλεκτρονικού συστήματος και πιθανών προβλημάτων στον εκτυπωτή ή στον εξοπλισμό, το Δικαστήριο ανέφερε ότι για όλες τις αμφίβολες περιπτώσεις δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Αντίθετα, οι κατηγορίες βασίστηκαν μόνο σε περιστατικά για τα οποία υπήρχαν σαφή δεδομένα χρήσης των εισιτηρίων και μη απόδοσης των χρημάτων στο ξενοδοχείο.

Το Εφετείο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η καθυστέρηση μεταξύ της μαρτυρίας βασικών μαρτύρων και της έκδοσης της απόφασης επηρέασε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους, σημειώνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους βρισκόταν ήδη καταγεγραμμένο σε γραπτές καταθέσεις και τεκμήρια.

Σε σχέση με την ποινή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε δεόντως υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, τα προβλήματα υγείας της και την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής. Υπέδειξε, μάλιστα, ότι για παρόμοια αδικήματα έχουν επιβληθεί σε άλλες υποθέσεις σημαντικά αυστηρότερες ποινές φυλάκισης.

Καταλήγοντας, το Εφετείο αποφάσισε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση και επικύρωσε πλήρως την καταδίκη και την ποινή της εφεσείουσας.