Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση του μοναχού Νεκτάριου, τέως ηγούμενου της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, με την οποία ζητούσε την ακύρωση διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων που είχε εκδώσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο των αστυνομικών ερευνών για την πολύκροτη υπόθεση της Μονής.
Η υπόθεση αφορά την κατακράτηση ηλεκτρονικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα τεκμήρια του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της Μονής, σκληρούς δίσκους και οπτικοακουστικό υλικό που φέρεται να περιλαμβάνει συνομιλίες, συναντήσεις και εξομολογήσεις προσώπων στο γραφείο του αιτητή.
Ο μοναχός Νεκτάριος υποστήριξε ενώπιον του Ανωτάτου ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε παράνομα, αφού δεν είχε προηγηθεί νόμιμη κατάσχεση των τεκμηρίων βάσει των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Παράλληλα, προέβαλε ότι το υλικό περιείχε ευαίσθητα προσωπικά και θρησκευτικά δεδομένα, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζονται η προστασία προσωπικών δεδομένων, η ιδιωτική ζωή και η θρησκευτική ελευθερία, όπως κατοχυρώνονται από την ευρωπαϊκή και κυπριακή νομοθεσία.
Από την πλευρά της, η Δημοκρατία υποστήριξε ότι τα τεκμήρια είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία από τρίτο πρόσωπο και επομένως δεν απαιτείτο ούτε ένταλμα έρευνας ούτε διάταγμα κατακράτησης για να βρίσκονται νόμιμα στην κατοχή των Αρχών.
Στην απόφασή του, το Ανώτατο ανέλυσε το ιστορικό της υπόθεσης που ξεκίνησε μετά από καταγγελία του Μητροπολίτη Ταμασού και Ορεινής Ησαΐα για πιθανά οικονομικά αδικήματα στη Μονή Οσίου Αββακούμ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μέλος της αδελφότητας της Μονής είχε πρόσβαση στο σύστημα παρακολούθησης και παρέδωσε στην Αστυνομία το σχετικό υλικό, το οποίο αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο αστυνομικών και ποινικών ερευνών, αλλά και έρευνας της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, καθώς τα τεκμήρια δεν είχαν κατασχεθεί μέσω εντάλματος έρευνας ή στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας, αλλά είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στις Αρχές.
Όπως σημειώνεται στην απόφαση, η Αστυνομία μπορούσε νόμιμα να κρατά τα αντικείμενα για σκοπούς διερεύνησης χωρίς να απαιτείται σχετικό δικαστικό διάταγμα. Το μεταγενέστερο διάταγμα κατακράτησης χαρακτηρίστηκε ουσιαστικά «εκ του περισσού», χωρίς όμως να επηρεάζει τη νομιμότητα της κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία.
Το Ανώτατο υπογράμμισε επίσης ότι ζητήματα που αφορούν πιθανές παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων ή της ιδιωτικής ζωής του αιτητή δεν συνδέονται με τη νομιμότητα της κατακράτησης των τεκμηρίων, αλλά ενδεχομένως με άλλες πράξεις των Αρχών, για τις οποίες υπάρχουν διαφορετικά ένδικα μέσα.
Ως εκ τούτου, η αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari απορρίφθηκε, ενώ το Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα ύψους 1.600 ευρώ υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του αιτητή.