Το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας την εφετειακή του δικαιοδοσία, απέρριψε έφεση άνδρα, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες σεξουαλικής φύσεως ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, επικυρώνοντας την απόφαση για συνέχιση της κράτησής του μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, βιασμό, σεξουαλική παρενόχληση, άσεμνη επίθεση, διαφθορά γυναίκας με νοητική ή ψυχική αναπηρία, άσκηση ψυχολογικής βίας και παρενόχληση. Τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 9 Αυγούστου 2025.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη τον Αύγουστο του 2025 και από τότε τελεί υπό κράτηση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προέκυψαν αναβολές που συνδέονταν με ζητήματα νομικής αρωγής, αλλαγή συνηγόρου υπεράσπισης και την παράδοση του μαρτυρικού υλικού, ενώ η έναρξη της δίκης ορίστηκε τελικά για τις 15 Ιουνίου 2026.

Με την έφεσή του, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν αδικαιολόγητη, προβάλλοντας ότι νέα στοιχεία αποδυνάμωναν σημαντικά τη μαρτυρία της παραπονούμενης και κατ’ επέκταση την πιθανότητα καταδίκης του. Μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε την απουσία γενετικού του υλικού από συγκεκριμένα σημεία στο σώμα της παραπονούμενης, καθώς και ισχυριζόμενες αντιφάσεις στις καταθέσεις της σχετικά με τις συνθήκες του περιστατικού.

Το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο εξέτασε τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, χωρίς όμως να προχωρήσει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, κάτι που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, στο στάδιο της εξέτασης της κράτησης το ζητούμενο είναι κατά πόσο το μαρτυρικό υλικό, στην όψη του, εξακολουθεί να είναι επαρκές ώστε να στηρίζει την πιθανότητα καταδίκης και τον συνακόλουθο κίνδυνο διαφυγής.

Οι εφέτες διαπίστωσαν ότι τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ουσιαστικά ζητούσαν από το Κακουργιοδικείο να αξιολογήσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, κάτι που δεν επιτρέπεται στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας. Έκριναν επίσης ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε η υπεράσπιση δεν καθιστούν τη μαρτυρία της ουσιωδώς αντιφατική ούτε αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.

Αναφορικά με τη διάρκεια της κράτησης, το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Σημείωσε ότι η ημερομηνία ακρόασης καθορίστηκε με βάση το πρόγραμμα του δικαστηρίου και την ανάγκη να διεξαχθεί η δίκη σε εύλογο χρόνο, αποφεύγοντας παράλληλα υπερβολική επιβάρυνση του δικαστικού προγράμματος.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένα σφάλμα στην πρωτόδικη προσέγγιση ούτε λόγος παρέμβασης στην απόφαση για συνέχιση της κράτησης. Ως εκ τούτου, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου.