Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση δανειολήπτη κατά απόφασης που τον υποχρεώνει να καταβάλει στην Τράπεζα Κύπρου ποσό €70.630,15 πλέον τόκων, κρίνοντας ότι δεσμεύεται από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου που υπέγραψε για αγορά κατοικίας στη Δερύνεια, παρά το γεγονός ότι η κατοικία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ από την κατασκευάστρια εταιρεία.

Η υπόθεση αφορούσε στεγαστικό δάνειο ύψους €95.680 που παραχωρήθηκε το 2008 για αγορά υπό ανέγερση μεζονέτας. Ως εξασφάλιση του δανείου, ο αγοραστής είχε εκχωρήσει στην τράπεζα τα δικαιώματά του επί του πωλητηρίου εγγράφου, ενώ το έργο καλυπτόταν και από υποθήκη επί του ακινήτου.

Ο εφεσείων υποστήριξε ότι δεν είχε ουσιαστική συμβατική σχέση με την τράπεζα, ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από αυτήν και ότι τα ποσά του δανείου καταβάλλονταν απευθείας στην κατασκευάστρια εταιρεία για εργασίες που τελικά δεν ολοκληρώθηκαν. Υποστήριξε επίσης ότι η τράπεζα όφειλε να ελέγχει την πρόοδο των εργασιών πριν αποδεσμεύει χρήματα και ότι, εφόσον η κατοικία δεν παραδόθηκε ποτέ, δεν έφερε ευθύνη αποπληρωμής του δανείου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο δανειολήπτης είχε υπογράψει τόσο τη σύμβαση δανείου όσο και τα σχετικά έγγραφα εκχώρησης και εξουσιοδότησης προς την τράπεζα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της πρωτόδικης διαδικασίας, ο ίδιος είχε αποστείλει επιστολή με την οποία εξουσιοδοτούσε την τράπεζα να αποδεσμεύει ποσά προς τον εργολάβο βάσει πιστοποιητικών προόδου που εξέδιδε ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να επαληθεύει το περιεχόμενο των πιστοποιήσεων.

Οι δικαστές επισήμαναν ότι η συμβατική υποχρέωση της τράπεζας περιοριζόταν στην αποδέσμευση χρημάτων όταν προσκομίζονταν τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά και ότι δεν υπήρχε όρος που να της επιβάλλει να διασφαλίσει την ολοκλήρωση ή την παράδοση της κατοικίας. Παράλληλα, σημείωσαν ότι ο αγοραστής και η πωλήτρια εταιρεία διατηρούσαν τις μεταξύ τους υποχρεώσεις που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο.

Το Ανώτατο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση δανείου ήταν άκυρη λόγω διαφορών στις ημερομηνίες που εμφανίζονταν στα έγγραφα. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο δανειολήπτης παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τη συμφωνία και, βάσει της πάγιας νομολογίας, δεσμεύεται από το περιεχόμενό της εκτός εάν αποδειχθούν εξαιρετικοί λόγοι, όπως απάτη ή παραπλάνηση, κάτι που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Το Δικαστήριο διαφώνησε μεν με μέρος της πρωτόδικης προσέγγισης ως προς τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένου όρου ως «επαχθούς», ωστόσο έκρινε ότι αυτό δεν επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης. Υπογράμμισε μάλιστα ότι το ποσό της απόφασης είχε ήδη περιοριστεί στην αξία των εργασιών που αποδείχθηκε ότι εκτελέστηκαν στο ακίνητο, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητη πραγματογνωμοσύνη.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων παρέμεινε υπόχρεος να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου και ότι η αθέτηση των υποχρεώσεών του δικαιολογούσε τον τερματισμό της σύμβασης και τη διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού. Η έφεση απορρίφθηκε ομόφωνα, με τον εφεσείοντα να επιβαρύνεται και με δικαστικά έξοδα ύψους €3.000 πλέον ΦΠΑ, όπου αυτός επιβάλλεται.